Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΙΒΩΤΟΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Έτσι που το έφεραν τα χρόνια, η γενιά τους χρεώθηκε να σώσει αυτά που ενώ πριν από λίγα χρόνια ενώ ήταν κομμάτι της ζωής τους κόντεψε να χαθούν για πάντα…

Φυσικά και δεν υπάρχει πλέον εύγλωττος λόγος από των αριθμών και όταν μάλιστα αυτός εκφράζει ψυχρά και την πραγματικότητα, τότε είναι περιττό να μιλάμε για συμπτώσεις. Ο λόγος για το χωριό Τριπόταμος – Τατάρνα το έλεγαν παλιότερα- και 1957 που αριθμούσε περισσότερες από 1000 ψυχές, στα δυο σχολεία του πήγαιναν συνολικά 176 μαθητές! Σήμερα όλο το χωριό μετράει περίπου 170 μονίμους κατοίκους και το ωραίο πέτρινο σχολείο του που συμπλήρωσε πέρσι 50 χρόνια ζωής, ζωντανεύουν πλέον μόνο 7 παιδιά! Όλοι δε οι μαθητές του, Γιώργος και Νίκος Βασιλείου, Σπυριδούλα, Νίκη και Βασίλης Μπουκουβάλας και Κωνσταντίνος και Δημήτρης Κόπανος, προέρχονται μόνο από τρεις οικογένειες και συμπληρώνουν και τις έξι τάξεις! Ο μονοψήφιος αριθμός των μαθητών, ο οποίος του χρόνου σίγουρα θα γίνει μικρότερος, δεν ενθουσιάζει καθόλου το δάσκαλο Βασίλη Κόπανο ο οποίος αφού πέρασε 6 χρόνια στα θρανία του ίδιου σχολείου, διδάσκει τα παιδιά του χωριού του συνεχώς επί 25 ολόκληρα χρόνια, ούτε φυσικά και τη μικρή τοπική κοινωνία του Τριποτάμου η οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατηθεί στη γη των προγόνων της. Γι’ αυτό το λόγο, ο δάσκαλος με τα παιδιά εδώ και μερικά χρόνια άρχισαν και συγκεντρώνουν αντικείμενα του τοπικού πολιτισμού, τα φροντίζουν με ιδιαίτερη αγάπη και τα εκθέτουν με καμάρι στο μικρό λαογραφικό μουσείο που στεγάζεται σε μια αίθουσα του σχολείου. Στόχος όλων στον Τριπόταμο, είναι το σχολείο με τη μικρή συλλογή του να λειτουργήσει και μετά το κλείσιμό του ως χώρος γνώσης και συνέχειας του πολιτισμού της περιοχής και οι επόμενες γενιές να έχουν ένα σημείο αναφοράς για την τοπική ιστορία.

Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
29/01/2008, σελ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".

ΟΙ ΥΦΑΝΤΡΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΠΟΤΑΜΟΥ

Σε ένα χωριό που έσφυζε κάποτε από ζωή, μόνο δυο γυναίκες έμειναν να συντηρούν μια σπουδαία τέχνη και να μπορούν μάλιστα να ζουν από αυτή.

Άνθρωποι που έβλεπαν μακριά, έσπειραν κάποτε την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο στην καρδιά της Ευρυτανίας, αλλά όπως αποδείχθηκε, το γόνιμο έδαφος εκείνης της εποχής στέρφεψε μέσα σε δυο – τρεις δεκαετίες καθώς έπαψε να το αρδεύει πλέον η ζώσα ιθαγένεια και ο κόσμος σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους.
Ο λόγος για το εργαστήριο ταπητουργίας που υπολειτουργεί σήμερα στο χωριό Τριπόταμος της Ευρυτανίας και το γεγονός, πέρα από την οικονομική του διάσταση κρύβει δυστυχώς την τραγική πραγματικότητα για όλη την Ελλάδα και της οποίας κύρια έκφραση είναι η ολοκληρωτική αποψίλωση της επαρχίας από νέες και ικανές να εργαστούν, γυναίκες. Το εν λόγω εργαστήριο, το οποίο ανήκει στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης του Υπουργείου Υγείας λειτούργησε για πρώτη φορά πριν από 35 χρόνια στο χωριό Βούλπη και μέσω της εκμάθησης μιας ωραίας τέχνης είχε ως στόχο την ενίσχυση του εισοδήματος των γυναικών της περιοχής. Εκείνα τα χρόνια, λέει η υπεύθυνη του ΙΚΠΑ, Αθηνά Τσίπρα, (δεξιά) η οποία συμπληρώνει 31 χρόνια στην υπηρεσία του, δεν υπήρχε γυναίκα που να μη θέλει να καθίσει στον αργαλειό και έβγαζε καλό μεροκάματο. Η λαμπρή του περίοδος ήταν δε όταν από τη Βούλπη, το 1977 μεταφέρθηκε στο διπλανό χωριό Παλαιοκατούνα, απ’ όπου λόγω έλλειψης χεριών πριν από τρία χρόνια μεταφέρθηκε στον Τριπόταμο. Εκεί υπήρχαν μόνο δυο ενδιαφερόμενες για δουλειά γυναίκες, η Αντιγόνη Βλαχάκη – Μπουκουβάλα (αριστερά) και η Μάρθα Τελώνη και έτσι ηχούν πάλι τα χτένια του πάνω στα χρωματιστά νήματα. Οι προαναφερόμενες γυναίκες δηλώνουν ευχαριστημένες από αυτή την κερδοφόρα ενασχόληση και πολύ θα ήθελαν να ακολουθήσουν και άλλες το παράδειγμά τους, αλλά όπως λένε, ούτε ένας, ούτε δυο κούκοι φέρνουν την άνοιξη!

Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",

6/02/2008, σελ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".



Ο ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΤΡΙΦΤΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


Ο χειροκίνητος «τρίφτης» του ελαιοκάρπου θυμίζει πως μια σταγόνα λάδι, ήθελε κάποτε και δύναμη και υπομονή

Μια παράξενη μεγάλη πέτρα στην αυλή του Βαγγέλη Βασιλόπουλου, ίσως περάσει απαρατήρητη στον επισκέπτη του συνοικισμού Πύρνος, της παλιάς παραποτάμιας κοινότητας Επισκοπή της Ευρυτανίας, η οποία εδώ και 42 χρόνια βρίσκεται στο βυθό της λίμνης Κρεμαστών. Αυτή η λειασμένη από τον ποταμό πέτρα στην οποία ο τεχνίτης έσκαψε με υπομονή μια βαθιά τρύπα, τόση όσο να χωρά ένα χέρι, ήταν το οικογενειακό ελαιοτριβείο. Με συνεχείς παλινδρομικές κινήσεις κυλούσε πάνω στο σωρό με τις ελιές και τις έκανε ελαιώδη πολτό, ο οποίος μετά από μια επίμονη διαδικασία πίεσης με χέρια και πόδια και με τη βοήθεια θερμού νερού έβγαινε το πολύτιμο υγρό. Αυτό ήταν και το κυριότερο προϊόν εκείνης της όμορφης κοιλάδας η οποία βρισκόταν δίπλα στον κοινό ρου των ποταμών Μέγδοβα και Τρικεριώτη που ανταμωμένοι κινούσαν από τη Σμίξη για να συναντήσουν το μεγάλο αδελφό τους Αχελώο στα Τριπόταμα και όλοι μαζί να καταλήξουν στη θάλασσα του Πατραϊκού. Όλα αυτά βέβαια γίνονταν πριν η Επισκοπή, η οποία αποκαλούνταν και «περιβόλι της Ευρυτανίας» για την πληθώρα των καρποφόρων δέντρων της, θυσιαστεί στο βωμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Από τον κατάκλιση δεν γλίτωσε τίποτα, μόνο ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν οι άνθρωποι στα χέρια τους και ανάμεσά τους, αυτή η πέτρα, η χρήση της οποίας μπορεί μεν να είναι ξεπερασμένη, η αίσθηση όμως που δημιουργεί στον Βαγγέλη, ο οποίος ως Πρόεδρος του Συλλόγου Επισκοπιανών, (τηλ. 6977291536) προσπαθεί να συγκεντρώσει ότι διασώθηκε από τα νερά και τον χρόνο με σκοπό τη δημιουργία ενός χώρου καλλιέργειας της μνήμης για τη βυθισμένη μικρή πατρίδα, είναι σαν να ξεφυλλίζει το προσκλητήριο των απόντων απ’ αυτό τον ωραίο αγώνα…


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",

09/10/2007, σελ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".




ΟΤΑΝ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΕΧΕΙ ΓΕΡΑ ΘΕΜΕΛΙΑ


Το γεφύρι ήταν στην αυλή του σπιτιού της Φτερόλακκας που γεννήθηκε ο Λεωνίδας Τελώνης και η ανάδυσή του, του θυμίζει τον κόσμο που θάφτηκε στα νερά

Όπως κάθε μεγάλο έργο, έτσι και το περίφημο γεφύρι του Μανώλη στον Αγραφιώτη ποταμό κουβαλούσε πάντοτε στην καμαρωτή ράχη του, το δικό του, αληθινό μύθο!
…Κάποιος Μανώλης, από το χωριό Χρύσω Ευρυτανίας, άνθρωπος θεόφτωχος, στάθηκε τυχερός όταν μια ημέρα, πριν από 400 περίπου χρόνια βρήκε σε ένα χωράφι ένα καζάνι χρυσάφι και εκτός από ένα σωρό εκκλησίες που έκανε και πάμπολλες ευεργεσίες, θέλησε να βοηθήσει τους συντοπίτες του οι οποίοι κινδύνευαν όταν προσπαθούσαν να διαβούν το θυμωμένο ποταμό. Έτσι διέθεσε τρεις φτιαριές χρυσάφι στους μαστόρους για να γίνει το γεφύρι που πήρε το όνομά του και από τότε τον μακάριζαν όλοι στα Άγραφα και στην Ευρυτανία…
Το γεφύρι, μέχρι το 1965 που το σκέπασαν τα νερά του τεράστιου ταμιευτήρα νερού που προήλθε από το φράξιμο του Αχελώου και ο οποίος εσφαλμένα από πολλούς καλείται «Τεχνητή Λίμνη Κρεμαστών», ήταν το σύμβολο της προσφοράς αλλά και του τεχνικού επιτεύγματος εκείνης της μακρινής εποχής. Από εκείνη τη φοβερή ημέρα της κατάκλυσης όμως μέχρι πριν από λίγα χρόνια που άρχισαν να στερεύουν τα ποτάμια και η βροχή πλέον να σπανίζει, τα νερά του ταμιευτήρα έπεσαν πολύ χαμηλά. Σαν φάντασμα αποκαλύφθηκε πάλι το γεφύρι και ισκιώνει πάλι την λασπωμένη κοίτη του ποταμού. Ένα φάντασμα που τρομάζει τους ντόπιους και τους περαστικούς καθώς με την γερή κατασκευή του, υπενθυμίζει το μέτρο που πρέπει να έχουν οι παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον αφενός, και αφετέρου, την ειλικρίνεια της προσφοράς εκείνου του μεγάλου ανθρώπου, του φτωχού Μανώλη. Πράγματα που δυστυχώς σπανίζουν, σε τούτη την εποχή που ακόμη και οι καλύτερες προθέσεις, τις περισσότερες φορές αποκαλύπτεται πως δεν έχουν καθόλου θεμέλια!
Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
19/02/2008, σελ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗ "ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΣΑ";


Κάποιοι δεν έχουν το θεό τους και πληρώνουν να το αποδείξουν

Δυστυχώς αυτό που θαυμάστηκε ως ελληνικό τοπίο, τα τελευταία χρόνια πιέστηκε τόσο πολύ από τα συμφέροντα των αμόρφωτων επιτήδειων και την απαιδευσιά των νεόπλουτων που σχεδόν διαλύθηκε και αν επιζεί, ως σπάραγμα στο περιθώριο της ακαλαισθησίας του επιπόλαιου κέρδους μόνο ανιχνεύεται. Ορισμένα μάλιστα από τα στοιχεία που το χαρακτήριζαν, όπως για παράδειγμα τα παραδοσιακά καίκια, η απαλλοτρίωσή τους είχε το δέλεαρ της αποζημίωσης προς τους κατόχους τους που υποχρεώθηκαν μάλιστα να τα διαλύσουν και να τα πουλήσουν για καυσόξυλα!
Γι’ αυτή την απαράδεκτη, επί χρήμασι καταστροφή αυτών των καικιών ειπώθηκαν πολλά στο παρελθόν και βρέθηκε λύση ώστε κάποια εμβληματικά και ιστορικά σκάφη τουλάχιστον, σώθηκαν με την αλλαγή της χρήσης τους και χωρίς ο ιδιοκτήτης τους να υποληφθεί των οικονομικών ευεργεσιών που έτυχαν όλοι οι ομότεχνοί του.
Τον κίνδυνο της καταστροφής αντιμετωπίζει τώρα και η «Χοζοβιώτισσα», ένα πανέμορφο τρεχαντήρι 11.50 μέτρων που ανήκει στον καπετάν Κωνσταντή Χάλαρη και έχει κατασκευαστεί πριν 42 χρόνια στο περίφημο ναυπηγείο του Βαζαίου, στο Ξυλοκερατίδι. Είναι μάλιστα το τελευταίο έργο του σπουδαίου μάστορα που πλέει ακόμη στα νερά του Αιγαίου αφού όλα τα άλλα διαλύθηκαν και εκτός αυτού είναι δεμένο με τη ζωή των Αμοργινών, από την εποχή που τα μεγάλα πλοία έφταναν στο νησί μια φορά την εβδομάδα και ήταν το μόνο σκάφος που με οποιοδήποτε καιρό τους μετέφερε στον προορισμό τους. Η προσφορά που δίνουν οι τεχνοκράτες για την απόσυρση της «Χοζοβιώτισσας» στον Κωνσταντή δεν είναι ευκαταφρόνητη αλλ’ αυτός το σκέπτεται και αναζητεί λύση που έχει να κάνει με την ιστορική μνήμη της Αμοργού και βεβαίως, και με την διωκόμενη αισθητική του κυκλαδίτικου τοπίου όπου πάντοτε κυριαρχούσαν τα ομορφότερα πλεούμενα του κόσμου!


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
10/07/2008, σελ 62, στήλη "Ανθρώπινα".

ΣΤΟ ΔΙΛΟΦΟ ΨΗΦΙΖΟΥΝ ΤΖΟΝ ΚΕΝΕΝΤΙ


Δυο πράγματα σημάδεψαν τη ζωή του κυρ Ηλία, εδώ με την Αγαθή: η πείρα του πατέρα του στα βουνά και οι ιδέες του Κένεντι...

Ανεξάρτητα από το ποιος από τους δυο υποψηφίους των Δημοκρατικών προχωρήσει σήμερα στο τελικό χρίσμα για την προεδρία στις ΗΠΑ, ο Ηλίας Τσίντζος και η γυναίκα του Αγαθή, διατηρούν μια και αμετακίνητη θέση και την οποία με θάρρος εκφράζουν εδώ και σαράντα χρόνια, από τον τοίχο του σαλονιού τους στο μικρό χωριό Δίλοφο του λαρισινού κάμπου: Ψηφίζουν ακόμη τον Τζον Κέννεντι!
Πως προέκυψε όμως αυτή η θέση για την οποία ο θαλερός γέροντας, ο οποίος ξεκίνησε από το ορεινό χωριό των Τρικάλων Πολυνέρι και έγραψε τη δική του ιστορία την ταραγμένη δεκαετία 1940 - 50 για την οποία, ιδιαίτερα καμαρώνει;
Όταν ησύχασαν κάπως τα πράγματα στην Ελλάδα, διαπίστωσε πως όλα όσα είχε τραβήξει στα βουνά και τους κάμπους, δεν απόδωσαν απολύτως τίποτα και παντρεμένος ήδη, το 1964 αναζήτησε προκοπή στη Γερμανία όπου και κατάφερε να βρει μια καλή δουλειά με ικανοποιητικό μεροκάματο. Επί πλέον, εκεί του δόθηκε η δυνατότητα να μάθει, να δει και να ακούσει νέα πράγματα, μεταξύ των οποίων και πολλά για τον Τζον Κέννεντι, τον οποίο θεωρεί τον μεγαλύτερο πολιτικό του 20ου αιώνα και πιστεύει πως αν δεν τον σκότωναν στο Τέξας, η μοίρα του κόσμου σήμερα θα ήταν διαφορετική και σαφώς πολύ καλύτερη.
Έτσι, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ανάμεσα στα ενθύμια της ζωής του στη Γερμανία, έφερε και μια αφίσα που δείχνει τον πρόεδρο ανάμεσα στο Λευκό Οίκο και την αστερόεσσα και την τποθέτησε σε μια κορνίζα, όσο ζει να τον καμαρώνει και όταν του δίνεται η ευκαιρία να μιλάει γι’ αυτόν τον μυθικό για όλους άνθρωπο.


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
στις 14/03/2008, σελ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".

Ο ΡΑΔΙΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟΥ


Ο Παναγιώτης Σπύρου αφότου πήρε σύνταξη από την αγροφυλακή, αφιερώθηκε αποκλειστικά σε μια νεανική του αγάπη και από απλός ραδιοτεχνίτης – ονομαστός σε όλα τα χωριά κοντά στο Μυρόφυλλο Τρικάλων- μελετά τώρα την ψηφιακή εκδοχή της τέχνης του και σπουδάζει χωρίς δάσκαλο, στον συνοικισμό της Φτέρης όπου ζει με την γυναίκα του Ελένη, χάρη της οποίας δεν πήρε κάποτε το δίπλωμα του ραδιοτεχνίτη…


- Πώς σου γεννήθηκε το ενδιαφέρον σπουδάσεις ηλεκτρονικά;
- Είδα το 1968 σε ένα περιοδικό μια ανακοίνωση που έλεγε πως μπορώ να γραφτώ σε μια σχολή και να σπουδάσω δι’ αλληλογραφίας. Έτσι γράφτηκα στην ΙΤΕ (Ινστιτούτο Τεχνικών Επαγγελμάτων), πλήρωνα τότε 200 δραχμές το μήνα και για δυο χρόνια μου έστελναν τα θεωρητικά μαθήματα και τα σχέδια σε πολυγραφημένες σελίδες. Μετά άρχισαν να μου στέλνουν τις ασκήσεις τις οποίες έλυνα και τις έστελνα στην Αθήνα με το ταχυδρομείο. Μέχρι φοιτητική ταυτότητα μου έβγαλε εκείνη η σχολή!
- Πήρες δίπλωμα από τη σχολή;
- Είχα τελειώσει τα μαθήματα και ήταν να πάω να πάρω το δίπλωμα αλλά τότε μου έτυχε ο γάμος με την Ελένη. Και να φανταστείς πως με εκείνο το δίπλωμα θα μπορούσα να είχα πάει στον ΟΤΕ. Δεν το πήρα όμως. Πιάστηκα κατόπιν με την Αγροφυλακή, είχα τα χωράφια, είχα ζωντανά, το ξέχασα.
- Έτσι πήγαν χαμένα τα μαθήματα και τα έξοδα που έκανες;
- Όχι, γιατί το 1980 σαν ησύχασα λιγάκι, ξύπνησε μέσα μου πάλι το ενδιαφέρον για τα ηλεκτρονικά. Θυμήθηκα όλα όσα είχα μάθει και άρχισα αμέσως να φτιάχνω ότι κατασκευές ήθελα, ακόμα και τέτοιες που δεν είχαν τα σχέδια της σχολής. Έφτιαξα ραδιόφωνα, συχνόμετρα, τραντζίστορ, τα πάντα. Μια κάμαρη του σπιτιού μας την έκανα εργαστήριο και σε αυτή εργάζομαι μέχρι σήμερα. Στην αρχή δεν είχαμε ηλεκτρικό και βολεύομαν με μια μικρή γεννήτρια που δούλευε με βενζίνη. Όταν το 1989 ήρθε το ρεύμα στη Φτέρη με βρήκε τελειωμένο επαγγελματία.
- Δεν άνοιξες όμως ποτέ επαγγελματικό εργαστήριο εδώ;
- Όταν λέω επαγγελματίας εννοώ μόνο ότι είχα μάθει τόσα πράγματα που αν ήμουν έστω σε ένα μεγάλο χωριό, σίγουρα θα άνοιγα εργαστήριο. Εμένα όμως τα ηλεκτρονικά ήταν το χόμπυ μου και έτσι τα έβλεπα πάντα. Όταν όμως οι συγχωριανοί είχαν μια συσκευή που παρουσίαζε πρόβλημα, έρχονταν πρώτα σε εμένα. Έπειτα, αν άνοιγα εργαστήριο θα είχα πρόβλημα με τα υλικά καθώς το κόστος τους να φθάσουν στο Μυρόφυλλο θα ήταν διπλάσιο από κάθε αλλού.
- Τώρα όμως που όλα έγιναν ψηφιακά εσύ δεν βρήκες λίγο σκούρα;
- Όχι και τόσο, γιατί συνεχώς ενημερωνόμουν από διάφορα ειδικά περιοδικά που είμαι ακόμα συνδρομητής. Βέβαια δεν μπορείς να παρέμβεις σε μια συσκευή όπως κάναμε παλιά, αλλά και τα ψηφιακά πάλι στις ίδιες απλές αρχές στηρίζονται και άμα έχεις αγαπήσει μια τέχνη, τίποτα δεν σε εμποδίζει να συμμορφωθείς με τις ιδιοτροπίες της και βρεις και γι’ αυτά λύσεις.
- Η Ελένη πως έβλεπε την αφοσίωσή σου στα ηλεκτρονικά μηχανήματα;
- Ήξερε για τη σχολή, παντρευτήκαμε μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές και από τότε ποτέ δεν φύγαμε από τη Φτέρη. Παρακολουθούσε πάντα τα έργα μου και καμάρωνε τις κατασκευές μου. Είχαμε μουσική από το ραδιόφωνο όποτε θέλαμε κι έρχονταν και οι γείτονες να ακούσουν. Τώρα σε ολόκληρο το συνοικισμό μείναμε οι δυό μας και αυτό που μας λείπει είναι ο κόσμος και οι επισκέψεις των συγχωριανών με τα χαλασμένα ραδιόφωνα. Άδειασε το χωριό και βουβάθηκε όλος ο τόπος. Αυτό είναι που μας πειράζει περισσότερο και όχι η ψηφιακή τεχνολογία που παραλίγο να με βγάλει στη δεύτερη σύνταξη!


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
1/03/2008, σέλ. 2, στήλη "Ανθρώπινα".