Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΗΛΕΚΤΡΟΠΛΗΞΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΓΔΟΒΑ

ΟΙ ΛΑΘΡΑΛΙΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

Ποιος αλήθεια λένε οι ντόπιοι έχει το κουράγιο να ψαρέψει και μάλιστα με ηλεκτρικό ρεύμα στα θολά νερά του κουρασμένου ποταμού; Ένας εγκληματίας απαντούν αγανακτισμένοι.

Μια σχοινογέφυρα στο Μέγδοβα θυμίζει την εποχή που το μεγάλο ποτάμι ήταν σύνορο της Νεράϊδας με τα απέναντι από αυτή δάση της Μπέσιας και του Κύφου


Δεν φτάνει που η ζωή όλων των ποταμών δοκιμάζεται και αυτό το καλοκαίρι από την ξηρασία και τη διαρκώς επιτεινόμενη ρύπανση, έρχονται και κάποιοι εφευρετικοί τύποι και αποτελειώνουν με ηλεκτρικό ρεύμα ότι πληθυσμούς ψαριών έχουν απομείνει στο απόμερα σημεία των ποταμών στα Άγραφα.

Επι του προκειμένου, λίγες ημέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο από την Αστυνομία Καρδίτσας συνελήφθησαν τρία άτομα να ψαρεύουν στο Μέγδοβα, κάτω από το χωριό Νεράϊδα Αγράφων (Σπινάσα το έλεγαν παλιότερα) με ηλεκτρική μπαταρία. Τους τρεις απαράδεκτους αυτούς ανθρώπους, γνωστοί σε όλη την περιοχή καθώς κατάγονται από τα διπλανά χωριά και από τους οποίους ο ένας μάλιστα είναι πυροσβέστης, πήρε είδηση ένας ντόπιος που έκανε περίπατο στο ποτάμι και ειδοποίησε την Αστυνομία. Μέχρι να φθάσουν εκεί τα όργανα του νόμου, οι τρεις παράνομοι «ψαράδες» είχαν τελειώσει το έργο τους και πήραν το δρόμο που ανεβάζει από το ποτάμι προς το χωριό, όπου και συνελήφθηκαν λίγο πριν νυχτώσει και οδηγήθηκαν στο Τμήμα μαζί με τον μάρτυρα και τον πρόεδρο του Τοπικού Συμβουλίου Νεράϊδας Δήμου Ιτάμου Κώστα Πλατσιούρη ο οποίος έτρεξε αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν. Στο αυτοκίνητο των «ψαράδων» οι αστυνομικοί βρήκαν μεν τα «εργαλεία» αλλά δεν βρήκαν ψάρια, μάλλον επειδή μόλις αντιλήφθηκαν ότι τους είδε κάποιος και τα πέταξαν. Η μπαταρία όμως και τα σχετικά ηλεκτρόδια ήταν αρκετά να σχηματιστεί εναντίον τους δικογραφία και να παραπεμφθούν σε τακτική δικάσιμο.

Η σύλληψή τους έγινε την επομένη γνωστή σε όλη την Καρδίτσα αφού με το γεγονός ασχολήθηκαν οι τοπικές εφημερίδες και τα ΜΜΕ ενώ δημιούργησε δυσάρεστες εντυπώσεις τόσο στη Νεράιδα που ήταν γεμάτη παραθεριστές όσο και στα χωριά απ’ όπου κατάγονται οι κατηγορούμενοι. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως με ένα λόγο οι τοπικές κοινωνίες έβγαλαν τη δική τους ιδιαίτερα βαριά καταδικαστική απόφαση για την απαράδεκτη πράξη των «ψαράδων» και ζήτησαν προκαταβολικά από το δικαστήριο την παραδειγματική καταδίκη των παρανόμων. «Δεν είχαν να φάνε» έλεγαν με αγανάκτηση οι παλιότεροι οι οποίοι όλοι θυμούνται τον ποταμό γεμάτο ψάρια και από τα οποία ζούσαν τις φαμίλιες τους το μισό χρόνο. Πράγματι με τα ψάρια του Μέγδοβα ζούσαν όχι μόνο στη Νεράϊδα, αλλά και σε όλα τα χωριά που έβρεχαν τα νερά του. Ήταν θησαυρός τότε οι πέστροφες, τα μπριάνια, οι μουστακάδες και τα χέλια και όποιος είχε την παραμικρή ευκολία έπιανε όσα μπορούσε. Παλιά – παλιά, οι πιο επιδέξιοι ψαράδες τα έπιαναν με τα χέρια η με πρωτόγονες απόχες και βεβαίως επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία, έπιαναν μόνο όσα είχαν ανάγκη για το τραπέζι τους και ήταν βέβαιοι ότι την επομένη ημέρα θα ξανάπιαναν. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, τα ψάρια άρχισαν να λιγοστεύουν όχι βέβαια από την υπεραλίευση αλλά από διάφορους «μοντέρνους» τρόπους ψαρέματος. Από τη δεκαετία 1940 – 1950 άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι δυναμίτες και χειροβομβίδες που αφθονούσαν λόγω του πολέμου και των εμφυλίων συγκρούσεων και αφάνισαν τα μεγάλα ψάρια, κατόπιν εμφανίστηκαν τα δίχτυα που έκαναν κι αυτά μεγάλη ζημιά, ήρθαν κατόπιν τα ψαροντούφεκα να αποτελειώσουν τα χοντρά ψάρια. Όλες αυτές τις παράνομες ενέργειες δεν βρέθηκε κανένας να εμποδίσει καθώς η αστυνόμευση των ποταμών ήταν πάντα ελλειπής ενώ καθώς άρχισαν να λιγοστεύουν οι άνθρωποι στα χωριά, πουθενά δεν υπήρχε ένας άνθρωπος να τους εμποδίσει.
Αντί λοιπόν να δουν όλοι ότι πλησιάζει το τέλος των ψαριών στο Μέγδοβα και να προσπαθήσουν να βρούν μια λύση ώστε να παραμείνει ζωντανός ο ποταμός, βρέθηκαν κάποιο λένε στην περιοχή και τον αποτελειώνουν με τις μπαταρίες και γι’ αυτό ζητούν την παραδειγματική τους καταδίκη. [Στη φωτογραφία: Όχι, δεν λέει μυστικά ο κάβουρας στον Κώστα Πλατσιούρη, του λέει αυτό που επιθυμούν όλοι στο Μέγδοβα: Να προστατευτεί το ποτάμι και να γεμίσει πάλι ζωή].

Σημείωση: Το απαράδεκτο ψάρεμα με την μπαταρία γίνεται σε διάφορους πούντους που υποτίθεται κρύβονται ψάρια κάτω από τα βράχια. Οι «ψαράδες» αφού βυθίσουν τις άκρες των ηλεκτροδίων στο νερό και ενεργοποιούν την μπαταρία. Το αποτέλεσμα είναι μια ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση η οποία ψήνει κυριολεκτικά όλα τα ψάρια, μη κάνοντας φυσικά εξαίρεση στο γόνο ή σε άλλες μορφές ζωής. Τα μεγάλα ψάρια τα μαζεύουν στη ροη του ποταμού ενώ αφήνουν πίσω τους μια γούρνα άδεια από ζωή.



Με τον καθαρισμό του μονοπατιού οι Νεραίδιώτες που φωτογραφίζονται κάτω από το βάθρο του γεφυριού έδειξαν πως υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να φυλάξουν το Μέγδοβα.

Ζωντάνεψε πάλι το παλιό μονοπάτι

Τα σχόλια των κατοίκων της Νεράϊδας για το απαράδεκτο ψάρεμα στο Μέγδοβα έγιναν περισσότερο έντονα εκείνες τις ημέρες εξαιτίας ενός άλλου γεγονότος που δείχνει τις διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν οι άνθρωποι για τον τόπο τους. Συγκεκριμένα, με πρωτοβουλία του προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου Νεράιδας Δήμου Ιτάμου, Κώστα Πλατσιούρη και των πολιτιστικών Συλλόγων του χωριού διοργανώθηκε ο καθαρισμός του παλιού μονοπατιού που συνέδεε κάποτε την Αιτωλία με την Καρδίτσα και τμήμα του περνάει από το έδαφος της Νεράιδας. Το τμήμα μάλιστα αυτό ξεκινάει από τα βάθρα του ιστορικού γεφυριού που λόγω του μεγέθους του το έλεγαν Μέγα Γεφύρι και το οποίο αναίτια ανατίναξε ο στρατός τον Μάιο του 1949, λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Εμφυλίου. Η ενέργεια αυτή των Νεραίδιωτών είχε ως στόχο την προβολή του μονοπατιού το οποίο μέχρι σήμερα περπατούσαν μόνο κυνηγοί και σε όσους θέλουν να γνωρίσουν τις ομορφιές και τον κόσμο του Μέγδοβα. «Εσείς καθαρίζετε το μονοπάτι» έλεγαν οι ντόπιοι σε όσους συμμετείχαν στην επιχείρηση «και άλλοι το σκοτώνουν. Τι να πάνε να δούνε;

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους",΄
"Έθνος - Κυνήγι" , σελ. 4 - 5, 24/09/2008

Η ΛΟΥΡΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

ΠΩΣ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΜΕ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΕΝΑ ΚΟΠΑΔΙ ΓΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΤΑΦΥΛΙ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ

Για την παρέα των φίλων που κατευθυνόταν πριν από λίγες ημέρες προς το χωριό Αργύρι του Δήμου Αχελώου, ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που περπατούσε στο χωματόδρομο και δίπλα του βάδιζε ένα κοντό και νευρικό, καστανό μουλάρι βεβαίως και δεν αποτελούσε κάτι παράδοξο η τουλάχιστον γραφικό ώστε η σκηνή να αποτελέσει θέμα φωτογραφίας. Όλοι λίγο – πολύ είχαμε ζήσει μια ανάλογη στιγμή στα παλιότερα χρόνια στα χωριά μας και κάποιοι θυμούνται τι χαρά είχε η μεταφορά ξύλων στα στενά μονοπάτια του δάσους ή χορτονομής από τα παλιά λιβάδια!
Χωρίς να ενοχληθεί ο άνθρωπος βγήκε στην άκρη να περάσει το αυτοκίνητο και στάθηκε να μας δει. Φυσικά και τον ενδιέφερε να μάθει αν ήμασταν ντόπιοι ή ξένοι, ήθελε να μάθει που πάμε, ποιος ήταν ο λόγος της παρουσίας μας σε μια περιοχή που δεν πάνε και πολλοί τουρίστες. Όλα φάνηκαν στα πρώτα λόγια του, όταν σταθήκαμε, τον χαιρετήσαμε, συστηθήκαμε και του ζητήσαμε να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί του. Μας είπε το όνομά του, Κώστας Κολοκοτρώνης από τη Συκιά Καταφυλίου του Δήμου Αχελώου και πήγαινε να δει που είναι το κοπάδι με τα γίδια του. Μας ρώτησε που πάμε, του απαντήσαμε. Μας ζήτησε τσιγάρο, κάτσαμε να το καπνίσουμε μαζί, βγάλαμε τις φωτογραφίες και κατόπιν πιάσαμε κουβέντα. Δεν είχε φύγει ποτέ από τον τόπο του, θυμόταν την εποχή που όλοι οι συνοικισμοί του Καταφυλίου και του Αργυρίου, από τη ράχη του βουνού μέχρι κάτω στον Αχελώο ήταν γεμάτοι ανθρώπους και λόγω των πυκνών καλλιεργειών, δεν μπορούσαν τα γίδια ούτε να περπατήσουν και τα είχαν περιορισμένα να μην κάνουν ζημιές. Τώρα μας είπε, αν δεν τα προσέξεις, μπορεί και να τα χάσεις γιατί δεν υπάρχει πουθενά κανένας να τα στομώσει. Για ζημιές, φυσικά και δεν γίνεται κανένας λόγος, αφού δεν υφίσταται πουθενά καμιά καλλιέργεια. Μόνο δίπλα στα σπίτια υπάρχουν πια κάποια λίγα κηπάκια, τα οποία είναι καλά προφυλαγμένα. Έπειτα, μας είπε πως και τα γίδια του –δεν είχε πολλά, καμιά εικοσαριά μόνο μπορεί να συντηρήσει- δυσκολεύονται γιατί σιγά – σιγά το δάσος κλείνει τον τόπο, καταπίνει μονοπάτια και χωράφια, σβήνει ότι άνθρωποι και ζωντανά είχαν γράψει με τα χέρια τους και τα πόδια τους στον τόπο. Γι’ αυτό και τα ακολουθεί κάθε μέρα μέχρι τη ράχη, να τα βοηθήσει να βοσκήσουν, ανοίγοντας με το μικρό τσεκούρι του διάβα ανάμεσα στα πουρνάρια.

Μιλούσε σαν όλους τους ανθρώπους που έμειναν να ζουν ολοχρονίς στα ελληνικά βουνά, εκείνη την ημέρα ο Κώστας Κολοκοτρώνης και τίποτα δεν θα ξεχώριζε από ένα ξωμάχο των χρόνων του ’50 ή του ’60. Φυσικά και τα ρούχα του φανέρωναν πως έχει περάσει και αυτός στον 21ο αιώνα, το τριμμένο μπλουτζίν, το μπουφάν με κάποιο λογότυπο καθώς έδειχναν πως ο Κώστας Κολοκοτρώνης περπατούσε την εποχή μας. Αυτό όμως που τον ξεχώριζε από οποιονδήποτε άλλο γέροντα της ελληνικής υπάιθρου, εκείνη την ημέρα ήταν μια μακριά λούρα από μέλεγο που κρατούσε στα χέρια του και ήταν ένα στοιχείο, που τουλάχιστον ο Δημήτρης Παπαχρήστος δεν ήξερε το ρόλο της και τον ρώτησε τι κάνει με αυτή, γιατί την κουβαλάει μαζί του. Χαμογέλασε ο γέροντας και του έδειξε με το δάκτυλο ένα μεγάλο πουρνάρι με λίγα βελανίδια, λίγα μέτρα παραπέρα. «Κοίτα» του λέει και κατευθύνθηκε προς το δέντρο, διάλεξε με το μάτι ένα κλαρί και άρχισε το ράβδισμα. Αμέσως άρχισαν να πέφτουν τα βελανίδια και σαν από το πουθενά σχεδόν, εμφανίστηκαν μερικά λεπτά, ευκίνητα κατσίκια και σε χρόνο μηδέν σάρωσαν το έδαφος από τον καρπό. «Κατάλαβες, τώρα γιατί κουβαλάω τη λούρα», απάντησε στον Δημήτρη ο οποίος εκείνη την ημέρα, έμαθε κάτι που δεν ήξερε, γιατί στην Εύβοια που μεγάλωσε, τέτοιες πρακτικές δεν ήταν συνηθισμένες γιατί απλά, δεν υπήρχαν πουρνάρια και ο τόπος, με άλλο τρόπο υποστήριζε τα κοπάδια. Είχε και μια άλλη απορία όμως ο Δημήτρης, ρώτησε τι είναι ο μέλεγος. Σε αυτό την περίπτωση ανέλαβε ο άλλος της παρέας, ο Θανάσης Καραγεώργος από τα Βραγκιανά που μαζί του γνωρίζαμε τα χωριά του Δήμου Αχελώου, να τον ενημερώσει. Του είπε λοιπόν πως ο μέλεγος, είναι ένα φυτό που του αρέσει να φυτρώνει ανάμεσα σε άλλα δέντρα με ισχυρή σκιά και σαν να έχει μετανιώσει για την επιλογή του αυτή, να προσπαθεί να τα παραβγεί σε ύψος. Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα του μέλεγου είναι να πετάει μέσα σε ένα χρόνο ένα αδύνατο, αλλά ευλύγιστο κορμί δυο – τριών μέτρων προς τον ουρανό. Λόγω λοιπόν της μικρής διατομής του και της ευλυγισίας του, το κορμί του μέλεγου για να κάνουν οι χωριάτες τις λούρες για να τινάζουν τα καρποφόρα δέντρα, καρυδιές, καστανιές και βεβαίως, οι κτηνοτρόφοι τα πουρνάρια για ταίζουν τα κοπάδια με βελανίδια. Ο Κώστας Κολοκοτρώνης, είναι ένας από τους τελευταίους που κάνουν αυτή τη δουλειά και όσο θα μπορεί να πηγαίνει κοντά στα γίδια του τον καιρό που τα πουρνάρια έχουν καρπό, πάντα θα κουβαλάει μαζί του αυτή τη λούρα. Επειδή μάλιστα είναι ο τελευταίος που έχει ελεύθερο κοπάδι στη Συκιά, όταν το διαλύσει, τότε θα είναι που οι μέλεγοι δεν θα έχουν κανένα φόβο από το τσεκούρι κανενός Κολοκοτρώνη και μπορεί να φθάσουν μέχρι τον ουρανό...

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους",
"Έθνος - Κυνήγι" στις 20/12/2006

ΣΗΜ. Η συνάντηση με τον Κώστα Κολοκοτρώνη έγινε στις 2/12/06, στο δρόμο προς το Αργύρι όταν είχαμε πάει μαζί με τον Δημήτρη Παπαχρήστο στην ημερίδα που διοργάνωσαν από κοινού ο Δήμος Αχελώου και η Ομάδα Έρευνας Αθηνών στο Αργύρι και το θέμα της ήταν "Τοπικές Κοινωνίες και Νέοι Καιροί".

ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΝΤΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Έτσι έχουν όλα τα ωραία πράγματα σε τούτη τη ζωή· κάνουν τον κύκλο τους και κάποια στιγμή, όπως αθόρυβα είχαν ανατείλει, σβήνουν. Σαν τις εποχές που σιωπηλά η μια διαδέχεται την άλλη και σ’ εκείνο το σημείο της αόρατης γέφυρας που σμίγουν, ο καιρός μπερδεύεται κάπως και πότε θυμίζει τη μία και πότε την άλλη…
Λίγες μέρες διαρκεί αυτή η αμφιβολία και κατόπιν όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η επόμενη εποχή βάζει τη σφραγίδα της στο ημερολόγιο και οι άνθρωποι που έχουν μάθει πλέον να ρυθμίζουν τη ζωή τους με ημερομηνίες και διήμερα ανάπαυσης από την εβδομάδα εργασίας προσαρμόζονται στις επίκαιρες υποχρεώσεις. Μόνο που στην ψυχή τους, όπως και ακριβώς συμβαίνει και στα δέντρα μετά από κάθε χυμώδη και φωτεινή περίοδο αθροίζεται άλλος ένας κύκλος ζωής που δεν δηλώνει τίποτα άλλο παρά τη λάμψη μιας δύναμης που ήρθε από τον αιθέρα, πύρωσε τη θάλασσα και κατέβασε τον κόσμο στις ακτές για να απολαύσουν ακόμα ένα καλοκαίρι το Αιγαίο.
Από εκείνα όμως τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη μοναδικότητα κάθε καλοκαιριού είναι και οι ποικίλες πράξεις που στοχεύουν στην πλήρωση όλων των αισθήσεων, πράξεις αρχαϊκές, πανομοιότυπες με εκείνου του ανθρώπου που για πρώτη φορά κατάφερε να κουμαντάρει πάνω στα αρχαία νερά του Αιγαίου ένα ξύλο και με ένα πανί, ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι, αυτό που δεν τέλειωσε ποτέ καθώς ο ένας σταθμός διαδέχεται τον άλλο και επί του προκειμένου, το ένα καλοκαίρι το προηγούμενο σε μια ατέλειωτη σειρά ετών μέχρι τότε που μπορεί να σβήσει ο κόσμος.
Ως τότε, πάντα θα βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να ξεκινήσει το ίδιο ταξίδι στο Αιγαίο…


Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους"
"Ψάρεμα - Φουσκωτό" σελ. 82 στις 26/09/2008

ΚΑΜΑΚΑΡΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ

ΣΤΑ ΜΑΝΤΡΑΚΙΑ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ

Ολόκληρη η ημέρα του Στέλιου μοιράζεται ανάμεσα στο σύρμα και το καίκι του

Από τα Μαντράκια ξεκίνησε ο Στέλιος και στο σύρμα των Μπίζηδων επέστρεψε..

Γέννημα – θρέμμα της θάλασσας ήταν η γενιά των Καμακάρηδων ή Μπίζηδων, όπως τους ξέρουν όλοι στη Μήλο, με σπίτια για τις φαμελιές στον Τριοβάσαλο και σύρματα για τα πλεούμενα και τα σύνεργα της ψαρικής στα Μαντράκια που σιγά – σιγά άδειασαν από βάρκες, εξελίχθηκαν σε καταλύματα διακοπών και η αξία τους απογειώθηκε, γεγονός που βάζει σε μαύρες σκέψεις και μπελάδες τον 70χρονο Στέλιο, ο οποίος είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς σ’ αυτό το μέρος.

Τα Μαντράκια είναι ένα ξεχωριστό ψαροχώρι της Μήλου και όπως συνηθίζουν και σε άλλα μέρη του νησιού, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι τα σύρματα ή αλλιώς, σπίτια της βάρκας τα οποία χρησίμευαν κυρίως για την προστασία των σκαφών και λιγότερο για τη διαμονή των ψαράδων. Σε αυτά τα σύρματα, τα οποία αποτελούν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην μεγάλη ιστορία του Αρχιπελάγους, έζησαν, δούλεψαν, πόνεσαν και χάρηκαν, όλοι οι ψαράδες κυρίως από τον Τριοβάσαλο.
Το πρόσωπο για το οποίο μιλούσαν όλοι κάποτε στα Μαντράκια ήταν ο παππούς του Στέλιου, Στέλιος κι αυτός η «καπετανάρα» που ήταν σπουδαίος ψαράς και οργανοπαίχτης – έπαιζε κλαρίνο. Αυτόν τον άνθρωπο που δεν έλειπε από κανένα πανηγύρι και κανένα γλέντι στη Μήλο, τον άρπαξε η θάλασσα ανήμερα του Αγίου Στυλιανού μαζί με δυο γιους του σαν γύριζαν από ένα γλέντι στα Πολλώνια. Ήταν χιονιάς με φουρτούνα και όλοι του έλεγαν να μη φύγει γιατί θα κινδυνέψει, αλλά που αυτός να τους ακούσει. Ήταν τρελλάρας και ξεκίνησε με κουπιά και πανιά να βγει στα Μαντράκια. Μαζί τους εκείνη την ημέρα ήταν και ένας άλλος γιος του, ο Βασίλης ο οποίος ζει σήμερα στον Καναδά. Σε αυτόν ο καπετάν Στέλιος, αφού πρώτα του έδωσε ένα χέρι ξύλο γιατί φοβόταν να μπει στη βάρκα, σαν να είχε προβλέψει το κακό, του έδωσε και το χρυσό του ρολόι και το κρατάει μέχρι σήμερα!
Κατόπιν ο πατέρας με τους άλλους τρεις γιους του, τον Σταύρο, τον Ανδρέα και το Γιάννη μπήκαν στη βάρκα και ανοίχτηκαν στη θάλασσα είχε κοπάσει λίγο και το ταξίδι τους δεν είχε δυσκολίες, όταν όμως έφτασαν στη μπούκα του μικρού λιμανιού τους, ένα απότομο μπουγάζι που βγήκε πολύ δυνατό από ένα δίαυλο, χωρίς να προλάβουν να αντιδράσουν, μπατάρισε τη βάρκα και τα δίχτυα της τράτας τράβηξαν αμέσως στο βυθό τον καπετάνιο και το ένα παιδί, τον Ανδρέα. Τα άλλα δυο παιδιά βγήκαν στη στεριά, ο Γιάννης κόλλησε σε ένα βράχο και φώναζε. Πήγε ο Σταύρος να τον σώσει αλλά τον άρπαξαν τα κύματα. Η τραγωδία αυτή που ξεκλήρισε τους Μπίζηδες έγινε μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί από το νησί, το χειμώνα του 1945.
Την ιστορία αυτή διηγείται συχνά ο Στέλιος για να περιγράψει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εκείνο τον καιρό οι ψαράδες στα Μαντράκια αφενός και αφετέρου, να τονίσει την οικογενειακή παράδοση των Μπίζηδων και τη θυσία τους στη θάλασσα.
Παιδάκι ο Στέλιος, ο οποίος τον περισσότερο καιρό ζει στα Μαντράκια, ένα ωραίο σπίτι πάνω στα βράχια και αντίκρυ στο πέλαγος που είναι χτισμένο στο σημείο που ο παππούς του είχε το ψαροκάλυβο των Μπίζηδων, θυμάται καλά τον παππού μαζί με όλα τα παιδιά του να παλεύουν τα σκληρά χρόνια της Κατοχής να ζήσουν από τη θάλασσα, κάτω πάντα από το άγρυπνο μάτι των Γερμανών. Οι κατακτητές τους είχαν επιτάξει, τους έδιναν δυναμίτες και ψάρευαν για λογαριασμό τους. Έρχονταν ένας Γερμανός θυμάται, που τον έλεγαν Κατάλα, κάθε πρωί στο σπίτι με μια χύτρα γεμάτη φαγητό το οποίο μοιράζονταν το πλήρωμα και αφού έτρωγαν, έμπαιναν όλοι μαζί στη βάρκα και πήγαιναν για ψάρεμα. Από τη ψαριά το μεγαλύτερο μέρος το έπαιρνε ο Γερμανός ο οποίος δεν μιλούσε ελληνικά και η συνεννόηση γινόταν με νοήματα μεταξύ τους και από λίγα ψάρια έπαιρναν όσοι ήταν στη βάρκα για τη φαμελιά τους. Οι Γερμανοί έφυγαν αλλά την ευκολία να ψαρεύουν με δυναμίτες και εκρηκτικά, οι ψαράδες την υιοθέτησαν και δεν είναι δα και πολλά τα χρόνια που σταμάτησαν! Γεμάτη νάρκες η θάλασσα και βλήματα η στεριά, ήταν μια πρόκληση την οποία όμως αρκετοί πλήρωσαν με αναπηρίες και τη ζωή τους ακόμα. Κάποιος Κώστας Τσιρώνης μάλιστα σκοτώθηκε μέσα στο λιμάνι του Αδάμαντα καθώς άνοιγε μια νάρκη ενώ μόλις πριν από καμιά 20αριά χρόνια, ένας άλλος άνθρωπος από τον Προβατά έχασε κι αυτός τη ζωή του από ένα βλήμα. Αυτό που έχει σημασία με τα εκρηκτικά, λέει ο Στέλιος, είναι όλοι όσοι έπαθαν ζημιά από τα παρατημένα πυρομαχικά ήταν όλοι στεριανοί και ο λόγος ήταν ότι πουλούσαν την εκρηκτική ύλη στα νταμάρια. Εκείνα τα χρόνια πάντως ακόμα και τα μπακάλικα πουλούσαν με τη ζυγαριά δυναμίτες. Άλλοι έπαιρναν σαρδέλες κι εγώ δυναμίτη, λέει ο Στέλιος που δεν κρύβει πως από τα χέρια του πέρασαν όχι και λίγα μασούρια δυναμίτη. Έτσι είχαν τα πράγματα τότε…

Στα Μαντράκια μετά τον πόλεμο επαγγελματίες ψαράδες ήταν ο πατέρας του Στέλιου Νικόλαος με το καίκι «Άγιος Νικόλαος», ο αδερφός του Γιάννης που γλίτωσε από τον πνιγμό, ο Μανώλης Βήχος και ο Παντελής Ραπανάκης, το καικάκι του οποίου υπάρχει ακόμα σε ένα σύρμα και το διατηρεί ο γιος του Μιχάλης. Όλοι οι ψαράδες είχαν σπίτια στον Τριοβάσαλο και ψαροκάλυβα στα Μαντράκια για να στεγνώνουν όταν γύριζαν από το ψάρεμα και να βάζουν μέσα τα εργαλεία. Μόνο τα καλοκαίρια που κατέβαινε όλη η οικογένεια στα Μαντράκια έμειναν εκεί όλη την ημέρα.
Εκείνα τα χρόνια όλα τα καίκια κινούνταν με πανιά και με κουπιά ενώ τα εργαλεία των ψαράδων ήταν ελάχιστα. Το πρώτο εργαλείο που έβαλαν στον «Άγιο Νικόλαο» ήταν μια κουβάρα που πήραν από το "Σχέδιο Μάρσαλ" και έκαναν σπάγγινο παραγαδάκι που χωρούσε μέσα σε στο καλαθάκι που έβαζαν τα ψωμιά ενώ τα δίχτυα τα έδεναν με τρίχες από τη χαίτη του αλόγου ή την ουρά του. Από αυτό το παραγαδάκι έπρεπε να ζήσουν τα τέσσερα άτομα που ήταν μέσα στο καίκι και οι φαμελιές τους! [Στη φωτογραφία ο πατέρας του Στέλιου Νίκος Νίκος Καμακάρης την εποχή που τα ψάρια πουλιόνταν με τα κοφίνια!]
Την πρώτη μηχανή που βάζει ο πατέρας του στο καίκι, το 1947 ήταν μια «Αξελού». Δεν μπορούσε να την αγοράσει μόνος του και γι’ αυτό συνεταιρίστηκε με έναν σκορδέμπορα, τον Γιάννη Μπλατσάρα και μοίραζαν την ψαριά στη μέση. Ο συνεταιρισμός αυτός δεν κράτησε όμως παραπάνω από 2 χρόνια και ο πατέρας εξαγόρασε το μερίδιο του σκορδέμπορα και έμεινε μόνος αφεντικό πάνω στο καίκι. Ο μικρός Στέλιος που ψάρευε μαζί με τον πατέρα του θυμάται πως τα περισσότερα ψάρια τα έδιναν στις ψαροταβέρνες που τότε ήταν γεμάτα τα χωριά της Μήλου. Όπως πήγαιναν οι Μηλιοί κάθε Κυριακή στην εκκλησία, έτσι πήγαιναν και στις ταβέρνες, θυμάται ο Στέλιος και αναφέρεται στην περίφημη ταβέρνα του Μιστόκλη Καβαλλιέρου στον Τριοβάσαλο ο οποίος έπαιρνε 100 οκάδες ψάρι από τους Μπίζηδες καθώς και στις ταβέρνες του Γιάννη Κλεωνά και του Γιάννη Δρούγκα. Τα ψάρια που προτιμούσαν τότε οι Μηλιοί, ήταν τα λεγόμενα σήμερα «τρίτα». Τα σημερινά «πρώτα» ούτε καν τα κοίταζαν, ενώ τους αστακούς δεν τους θεωρούσαν καν φαί και τζάμπα να τους έδιναν, δεν τους έπαιρναν. Μόνο στο γιατρό Κώμη πήγαιναν κανένα αστακό τότε και πότε τους έδινε κανένα τάληρο και πότε τίποτα!
Ήταν η θάλασσα γεμάτη ψάρια τότε, ήταν και οι δυναμίτες πολλοί και το καίκι ποτέ δεν γύριζε άδειο. Όταν δεν μπορούσε να τα απορροφήσει η αγορά της Μήλου, τότε καμιά φορά τα πήγαιναν στην Κίμωλο στον ψαρομανάβη Λινάρδο ο οποίος είχε ψυγεία και τα προωθούσε στον Πειραιά. Πολλές ήταν πάλι οι φορές που στα Μανδράκια πάστωναν κανένα τσιράκι, κανένα μαριδάκι για μεζέ, ενώ συχνά επειδή δεν είχαν ψυγεία να τα διατηρήσουν τα έκαναν τσιλαδιά. Τα έβραζαν, τους έβαζαν μπόλικο λεμόνι σε ένα πήλινο σκεύος και το αποτέλεσμα ήταν μια πηχτή η οποία κρατούσε καμιά δεκαριά ημέρες. [Συντροφιά με τη γυναίκα του Σοφία, περνάει τον καιρό του στα Μαντράκια ο Στέλιος].
Ο Στέλιος κάθισε κοντά στον πατέρα του μόνο τέσσερα χρόνια και μετά πήγε να δουλέψει στην εταιρεία του θειαφιού που έμαθε μηχανικός. Του άρεσε το ψάρεμα, αλλά οι γονείς του ήθελαν να πάει να βγάλει σίγουρο μεροκάματο. Στο θειάφι δούλεψε δυο χρόνια, από το 1950 ως το 1952 και έπαιρνε 20 δραχμές μεροκάματο την εποχή μια οκά πρώτα ψάρια είχε 20 δραχμές. Μετά έφυγε και πήγε στα καίκια που μετέφεραν ορυκτά από τη Μήλο σε διάφορα μέρη. Δούλεψε στα ονομαστά για την εποχή καίκια, τον «Πέτρο» του Νικόλα Ζούλια, το «Ραφαήλ» του Σταύρου Σκορδαλάκη που ήταν 300 τόνους και κινούνταν με μηχανές μπουλμάστερ.
Εκείνα τα χρόνια τα φόρτωναν με ζεμπίλια, αλλά όπως λέει οι άνθρωποι δεν ήταν λουκουμάδες σαν σήμερα! Κάπου εκεί ανάμεσα υπηρέτησε τη θητεία του στην Αεροπορία και σαν απολύθηκε, στη θέση αυτών των μεγάλων καικιών βρήκε τα πρώτα σιδερένια μοτορσίπ και δούλεψε στο «Γεώργιος» και τη «Μιχαηλία» του Σκορδαλάκη και από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι το 1998 που πήρε σύνταξη δούλεψε στις επισκευές πλοίων σε διάφορες επιχειρήσεις στο Πέραμα.
Από τότε μέχρι σήμερα ο Στέλιος ζει στον Τριοβάσαλο αλλά τον περισσότερο καιρό του τον περνάει στα Μαντράκια με τη γυναίκα του Σοφία και στο σύρμα του, που έχει δυο βάρκες, τον «Άγιο Νικόλαο», το νεώτερο που έφτιαξε στη Μήλο προς αντικατάσταση του παλιού που είχε ο πατέρας του και την «Αθηνά», ένα μικρό τρεχαντήρι 62 χρονών την οποία τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας που πέρασε, περιποιούνταν με σκοπό να την πουλήσει καθώς για λόγους εφορίας δεν μπορεί πλέον να διατηρεί δυο καίκια. Οι σκαρμοί λέει με καμάρι, και των δυο σκαφών είναι από μηλιακό κέδρο, ένα αθάνατο ξύλο το οποίο σήμερα απαγορεύεται να το κόψουν. Ο Στέλιος δεν ξέχασε ποτέ το ψάρεμα, αλλά όταν γύρισε μετά από 40 τόσα χρόνια να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό, βρήκε μια θάλασσα αλλαγμένη. Έβλεπε, καθώς ακόμα και όταν δούλευε στα καίκια και στις επισκευές ποτέ δεν είχε κόψει το ψάρεμα, χρόνο με το χρόνο να λιγοστεύουν τα ψάρια, αλλά αυτό που βλέπει σήμερα είναι απίστευτο. Χρόνο με το χρόνο λέει, τα ψάρια μειώνονται κατά 30% και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αν δεν ληφθούν επείγοντα μέτρα σε 5 χρόνια δεν θα υπάρχει ούτε λέπι. Βγαίνει για ψάρεμα, σχολιάζει και με τα ίδια εργαλεία που είχε παλιά και έβγαζε 50 κιλά ψάρια, τώρα δεν βγάζει ούτε 3 με 4 ή πιο απλά, για να βγάλει 50 κιλά ψάρια, πρέπει να βγει για ψάρεμα 50 φορές! Πολλαπλασιάζουμε τα εργαλεία, συνεχίζει, για να πιάσουμε κανένα ψάρι, αλλά αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Η θάλασσα αυτή τη στιγμή θέλει βοήθεια, αλλά ποιος την ακούει;


Τα σύρματα που γέμισαν κρεβάτια!

Τα σύρματα προέκυψαν από την ανάγκη προστασίας των καϊκιών το χειμώνα. Τότε δεν υπήρχαν λιμάνια και οι ψαράδες ήταν υποχρεωμένοι μόλις γύριζαν από το ψάρεμα να τα τραβήξουν έξω στη στεριά γιατί κινδύνευαν, μόλις χάλαγε ο καιρός, να τα χάσουν. Στο Αδάμαντα και σε μέρη που ήταν αμμουδιές, τα πράγματα ήταν κάπως εύκολα αλλά στα Μαντράκια και στο Κλήμα που ήταν όλο βράχια, τι να έκαναν; Έτσι λοιπόν άρχισαν να σκάβουν μεγάλες τρύπες στα μαλακά βράχια κι εκεί μέσα έκλειναν τα σκάφη. Έβαζαν μια πόρτα και να μην την ανοίγει το κύμα, τη στέριωναν από πίσω με μεγάλα ξύλα κι εκεί μέσα περνούσαν τις κακοκαιρίες τα πλεούμενα. Εκείνα τα χρόνια, λέει ο Στέλιος ήταν ανάγκη και για να φτιάξει κάποιος σύρμα, αν και απαγορεύονταν, κανένας δεν εμπόδιζε τον ψαρά γιατί από τη βάρκα του κρέμονταν η ζωή της οικογένειάς του. Τώρα, συνεχίζει, βλέπουμε ορισμένους να φτιάχνουν σύρματα όχι να βάλουν βάρκα μέσα, αλλά να κάνουν εξοχικό και αντί για σκάφη μέσα βλέπεις κρεβάτια, καμπινέδες και κουζίνες. Επειδή μάλιστα έγιναν της μόδας τα σύρματα, ακούγεται πως μερικοί ζητάνε μέχρι και 150.000 ευρώ να πουλήσουν μια σπηλιά. Κανονικά απαγορεύεται κάτι τέτοιο, αλλά οι αρμόδιες αρχές βλέπουν τα πωλητήρια και κάνουν τα στραβά μάτια και σφυρίζουν αδιάφορα.
Ο Στέλιος Καμακάρης είναι ο τελευταίος επαγγελματίας ψαράς στα Μανδράκια και το ενδιαφέρον του είναι να κρατηθούν τα σύρματα όπως τα βρήκαν από τους παλιούς και να μην αλλάξουν χρήση γιατί, όπως λέει αποτελεί ασέβεια στη θάλασσα και στην ιστορία των ψαράδων της Μήλου. Σε ένα κόσμο όμως που τα πάντα μετριούνται με το κέρδος, ποιος θα ασχοληθεί τώρα με τα ταπεινά σύρματα, τη στιγμή μάλιστα που χωρίς κάποιος να έχει επενδύσει ποτέ ούτε ένα κατοστάρικο, αφού τα βρήκε έτοιμα από τους προγόνους του, μπορεί πολύ εύκολα να τα οικονομήσει με την πώλησή τους σε κάποιον που θέλει να έχει το εξοχικό του μέσα στα κύματα της Μήλου;


Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας "Έθνος"
"Ψάρεμα - Φουσκωτό" στις 26/09/2008

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

ΟΙ ΙΕΡΟΣΥΛΟΙ ΕΚΑΝΑΝ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥΣ

Ο Γιάννης και η Μαρία Τσόλκα, ήταν οι πρώτοι που αντίκρυσαν άδειο το τέμπο της Αγίας Παρασκευής

Ουδέποτε στην ιστορία του, ο φωλιασμένος σε κρυφό μέρος των φαραγγιών του Αρακύνθου μικρός συνοικισμός που καλείται Άνω Σοχώρια είχε καταφέρει να εξελιχθεί σε ιδιαίτερη κοινότητα και πάντα αποτελούσε εξάρτημα του γειτονικού Προυσού. Για τον ίδιο περίπου λόγο, λίγα μόνο χρόνια πριν από την οριστική ερήμωσή του λειτούργησε εκεί σχολείο και τα μαθήματα γίνονταν, πότε στο σπίτι του Τσόλκα και πότε στο γυναικωνίτη της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. Έτσι για τη διαλυμένη κοινότητα των Ανωσοχωριτών, η εκκλησία αποτέλεσε το κέντρο της προσπάθειας για την αναζωογόνηση του χωριού τους, τουλάχιστον κατά τους θερινούς μήνες και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής ήταν η ωραία αφορμή να συγκεντρωθούν όλοι στο χωριό, να γιορτάσουν την προστάτιδα αγία τους, να χορέψουν και να τραγουδήσουν στο χοροστάσι. Έτσι γίνονταν κάθε χρόνο και τα πράγματα πήγαιναν ευλογημένα, τόσο μάλιστα που μόνο μέσα στο χειμώνα που πέρασε, τρία σπίτια ανακαινίστηκαν και μπορούν να κατοικηθούν όλο το χρόνο. Σαν θαύμα το έβλεπαν όλοι, και καθώς πιστεύεται πως η εικόνα της Αγίας Παρασκευής ήταν θαυματουργή, έλεγαν και πως κάτι οφείλουν και στη χάρη της. Φέτος όμως τους Ανωσοχωρίτες τους βαραίνει μια έκδηλη στεναχώρια, καθώς πριν από ενάμισυ μήνα περίπου, κάποιοι άγνωστοι που γνώριζαν και την καλλιτεχνική αξία της εικόνας, ανενόχλητοι αφού στο χωριό δεν υπήρχε κανένας να τους εμποδίσει, άνοιξαν την εκκλησία και την αφαίρεσαν μαζί με μια άλλη, του Χριστού της ίδιας συναισθηματικής και καλλιτεχνικής αξίας. Παρόλες τις προσπάθειες και τις εκκλήσεις μέχρι σήμερα κανένα ευχάριστο νέο δεν έχει φθάσει στα Άνω Σοχώρια και καθώς φαίνεται, το φετινό πανηγύρι θα το σκιάζει το «μαγάρισμα» του χωριού τους όπως μας είπαν οι σχεδόν μόνιμοι κάτοικοι, Γιάννης και Μαρία Τσόλκα, οι πρώτοι που αντίκρυσαν άδεια το τέμπλο της αγαπημένης, μικρής εκκλησίας.


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
25/07/2008, σελ. 54, στήλη "Ανθρώπινα"

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ


Ο Βασίλης Ζήσιμος, προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών από τον Πλάτανο Ναυπακτίας, διαισθανόμενος από την πλευρά του το τέλος της ιστορικής κοινότητάς τους κυρίως λόγω των αλλαγών στο χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις τραγικές συνέπειες που είχαν αυτές στην τοπική κοινωνία, ξεκίνησε και δημιούργησε πριν από τρία χρόνια ένα τηλεφωνικό κατάλογο των απανταχού Πλατανιωτών του και τον παρέδωσε ως εργαλείο επικοινωνίας στους συγχωριανούς του. Τελειώνοντας όμως αυτό το εξαιρετικά χρήσιμο κατάλογο, εκτίμησε πως αυτό που θα ήταν πραγματικό έργο, θα ήταν να καταγράψει τα γενεαλογικά δέντρα των συγχωριανών του κι έτσι ξεκίνησε να συγκεντρώνει στοιχεία από τα δημοτολόγια, τα ληξιαρχεία, τα βιβλία της εκκλησίας, άλλα αρχεία των υπηρεσιών του νομού και της διοίκησης καθώς και από τα κατάλοιπα του αείμνηστου δασκάλου Γεωργίου Κόκκα και κατάφερε μέχρι σήμερα να καταλογογραφήσει τα ονόματα 7.000 Πλατανιωτών και να μελετήσει πάνω από 300 οικογένειες φθάνοντας μάλιστα σε βάθος χρόνου, στους πρότερους από την Παλλιγενεσία χρόνους. Το γεγονός δημιούργησε ευχάριστες εντυπώσεις στους συγχωριανούς του, μεγάλος αριθμός των οποίων βρίσκεται εγκατεστημένος στην Αμερική και αλλού οι οποίοι με αυτό τον τρόπο άρχισαν να ανακαλύπτουν τις ρίζες τους και να δείχνουν ενδιαφέρον για το χωριό που αποτέλεσε εδώ και ενάμιση αιώνα την αφετηρία των προγόνων τους προς τη χώρα των μεγάλων ευκαιριών. Το ίδιο συνέβη και με όσους βρίσκονται εντός των ελληνικών συνόρων και όλοι χαιρέτησαν την ωραία αυτή πρωτοβουλία που σκοπό άλλο δεν έχει παρά να τους μάθει από πού κρατάει η σκούφια κάθε Πλατανιώτη. Το ωφέλιμο έργο βρίσκεται ήδη προς το τέλος του και είναι βέβαιο ότι αφού ο Βασίλης εξαντλήσει κάθε πιθανή πηγή πληροφοριών το επόμενο καλοκαίρι θα βρίσκεται στα χέρια κάθε Πλατανιώτη.
Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία"
27/08/2008, σελ. 52, στήλη "Ανθρώπινα"

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 38.350 ΗΜΕΡΩΝ!


Ο ίδιος ήλιος ανατέλει ακόμα για την αιωνόβια κυρά Κατερίνα


Το να βγαίνεις στο μπαλκόνι και να αγναντεύεις με καθαρά ακόμα μάτια τον τόπο σου, ένα αιώνα και κάτι λίγα χρόνια παραπάνω, δεν είναι και συνηθισμένο πράγμα…
Πολύ λίγοι το καταφέρνουν αυτό και ανάμεσά τους η κυρά Κατερίνα Λουκιανού η οποία γεννήθηκε το 1903 στην Τρυπητή της Μήλου και τις μόνες ημέρες που απουσίασε από το νησί της, ήταν όταν πήγε να επισκεφτεί τα παιδιά της, στον Καναδά. Τον υπόλοιπο καιρό τον πέρασε, ανάμεσα στο Χάλακα στα κοπάδια του πατέρα της όταν ήταν κοριτσάκι και κατόπιν όταν παντρεύτηκε το 1922 τον Στέφανο Λουκιανό στο σπίτι της, να μεγαλώνει τα έξι παιδιά τους κάτω από δύσκολες συνθήκες εκείνης της εποχής. Δούλεψε σκληρά, είδε τόσα και τόσα πράγματα, από το στόλο των Γάλλων συμμάχων στον κόλπο του Αδάμαντα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τα πλοία των Γερμανών κατακτητών να γίνονται κομμάτια από τα αεροπλάνα των Άγγλων στον επόμενο μεγάλο πόλεμο. Όλα αυτά που πέρασαν μπροστά στα μάτια της πήγαν στα βιβλία της ιστορίας. Η δική της ιστορία όμως που ξεπερνά τις 38.350 σελίδες – όσες και οι ημέρες που πάνω – κάτω έζησε- θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα λέει με νοσταλγία, αν είχε τον άντρα της, ο οποίος ήταν σπουδαίος μαραγκός και έσβησε ξαφνικά ένα πρωί, πριν από 64 χρόνια και την άφησε μόνη.
Η κυρά Κατερίνα της οποίας η μνήμη λειτουργεί εκπληκτικά όταν θυμάται την παιδική της ηλικία, είναι σίγουρα η πιο μακρόβια κάτοικος της Μήλου και ζει με την 80χρονη κόρη της Μαρία η οποία κι αυτή είναι χήρα αρκετά χρόνια και κάθε πρωί σηκώνεται και βλέπει και τον ίδιο ήλιο να φωτίζει τη Μήλο, όπως πριν 105 χρόνια!


Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία",
03/08/2008, σελ. 62, στήλη "Ανθρώπινα"