Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΣΑΜΠΟΥΝΑΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Κάπως αλλιώτικα φαίνεται ότι φυσάνε οι αέρηδες τελευταία στο Αιγαίο και ένας ήχος, ως της θάλασσας το κύμα ή ως τον αέναο κυματισμό των καλαμιών στις ρεματιές, ένας ήχος που έρχεται ήμερος πλέον από τα βάθη του χρόνου και την ψυχή της ιθαγένειας, σιγά – σιγά κατακτά το χώρο που του αφαίρεσαν τα λογής αλλότρια και βαρβαρικά όργανα.
Ο λόγος για τη τσαμπούνα που, ενώ πολλοί πίστευαν πως έχει σιωπήσει διαπαντός, να που ως εκ θαύματος ακούγεται συχνότερα σε όλο και περισσότερα νησιά και συμμετέχει ισότιμα με άλλα όργανα σε γιορτές και μεγάλα πανηγύρια. Που οφείλεται το γεγονός; Μα φυσικά στο ότι σε όλο το Αιγαίο υπήρξαν φωνές που μπορεί να μη σχολίασαν δυνατά την άρνησή τους στη επέλαση των ξένων ήχων αλλά σεμνά ακούμπησαν στα δικά τους όργανα και τα φρόντισαν μέχρι να περάσει η καταιγίδα των συρμών που επέβαλε ο ισοπεδωτικός τουρισμός.
Και σαν αποδείχθηκε πως όλα είχαν κούφιους ήχους, τα ξανάβγαλαν και άρχισαν να παίζουν, να διδάσκουν νεώτερους και να αμιλλώνται σε ένα αγώνα που η διάκριση περιορίζεται στο πόσο βαθιά από το χρόνο μπορεί να ακουστεί ο ήχος από μια τσαμπούνα και ποιες ρίζες του τόπου θα κάνει πάλι να σαλέψουν. Ήδη σε πολλά νησιά έχουν δηλωθεί ως ενεργοί πυρήνες πολλές συντροφιές τσαμπουνιέρηδων, δημιούργησαν ένα δίκτυο επικοινωνίας και έχουν κάνει τις πρώτες διακυκλαδικές και διαιγιακές συναντήσεις τους τη χρονιά που πέρασε. Για φέτος μαθαίνουμε, πως το καλοκαίρι στο Αιγαίο η τσαμπούνα θα ξανακερδίσει τη θέση που είχε και από τους πρωτεργάτες της κίνησης είναι ο συναρπαστικός σε αυτή την τέχνη αγρότης Φραγκίσκος Παλαιολόγος από το ωραίο Σαν Μιχάλη της Σύρου συνοδευόμενος πάντα στο τουμπερλέκι από τον Δημήτρη Αγγέλου η Μίμη, έναν από τους πιο ονομαστούς ψαράδες της Σύρου.


Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 26/01/09.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΕΞΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΡΑΧΘΟ


Πλατάνια πάνω από το ρου του ποταμού
αγωνίζονται για το ποιο θα ανέβει πιο ψηλά

Πόσο όμορφη είναι η Ελλάδα, δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε· ούτε και πόσο ασπροσδόκητη στις όψεις της μπορεί, επίσης, να εμφανίζεται. Όσες φορές κι αν δούμε ένα τόπο, κάθε φορά θα είναι διαφορετικός· όλο και κάτι καινούργιο θα πέφτει στην αντίληψή μας κι όταν μάλιστα, έχουμε φίλους που θέλουν να μας γνωρίσουν κάποιες γωνιές που μόνο αυτοί ξέρουν, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους ακολουθούμε…

Μαζί με τον Ανδρέα και τον Πάνο από τη Σκούπα Άρτας, ένα χωριό κάτω από το αυστηρό Ξηροβούνι και απέναντι από τα επιβλητικά Τζουμέρκα περπατήσαμε πριν από λίγες ημέρες ένα άγνωστο μονοπάτι, δίπλα από τον θεογέννητο ποταμό Άραχθο. Ένα μονοπάτι που ξεκινάει από την κοίτη του ποταμού κάτω από το χωριό Δαφνωτή και καταλήγει στον Κάρδαμπο της Σκούπας, μπροστά στην καινούργια γέφυρα του Τζαρή. Ένα μονοπάτι που ελάχιστοι εκτός από τους Σκουπιώτες γνωρίζουν και το οποίο, δεν θα υπήρχε, αν οι πρόγονοί τους δεν επιχειρούσαν κάποτε να τραβήξουν μέσω αυτού λίγο από το νερό του ποταμού για ποτίζουν τα χωράφια τους. Αρδευτικό αυλάκι ήταν και όταν εγκαταλείφθηκε, εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε ένα πρώτης τάξεως μονοπάτι που διασχίζει μια από τις καθαρότερες γωνιές της Ελλάδας, την κοιλάδα του μέσου Αράχθου και θέτει σε λειτουργία όλες τις αισθήσεις.
Επτά χιλιόμετρα, γεμάτα εικόνες από ένα δάσος που επιστρέφει στην αρχέγονη μορφή του καθώς πιά τίποτα δεν το απειλεί, είναι αυτό το μονοπάτι. Το μάτι δεν μπορεί να χορτάσει από τόσα και τόσα σχήματα κορμών δέντρων και σώματα θάμνων που προσπαθούν να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο σε ένα διαρκές κυνηγητό προς το φως του ήλιου. Όλα ψηλώνουν εκεί μέσα, ακόμα και οι δάφνες που σπέρνουν άθελά τους τα πουλιά στο αυλάκι, βιάζονται κι αυτές να σηκωθούν γρήγορα ψηλά.
.
Όλα τα δέντρα και τα κλαριά τον περασμένο μήνα ήταν φορτωμένα με υπερόχα χρώματα. Το ξανθοκίτρινο των σφένταμων, το κατακκόκινο της πορδαλιάς, το δροσερό πράσινο της κουμαριάς και το βαθυγάλαζο των μέλεγων κυριαρχούσαν σε όλο τον τόπο. Άστραφταν τα φύλλα στα ξέφωτα που πλημμύριζαν οι ακτίνες του ήλιου, έλαμπαν με το σοβαρό, θαμπό πράσινο, στη σκιά τους οι φυλλωσιές των χαμόδεντρων. Και το ποτάμι, έτρεχε όπως μια κινηματογραφική ταινία μπροστά μας, πότε φαίνονταν λαμπερό να κυλάει αργά στο γιαλό και πότε πίσω από τα πλατάνια έμοιαζε να παίζει κρυφτούλι με τα βήματά μας.
Σε όλο το μήκος του μονοπατιού, ένα διαρκές μουρμουρητό από την κοίτη του ποταμού κάλυπτε το περπάτημά μας. Ο Άραχθος που ακόμα και το φθινόπωρο μπορεί να κουβαλάει αρκετά νερά μαζί του, δεν κάνει πολλή φασαρία και μόνο όταν στρίβει απότομα σε κάποια σημεία, τότε δηλώνει με παφλασμούς το πέρασμά του ανάμεσα στα μεγάλα λιθάρια. Το μουρμουρητό του ποταμού διέκοπταν κάποιες στιγμές μόνο οι φωνές των πουλιών μέσα από κλαδιά των δέντρων. Λίγα, και επιφυλακτικά πρόσεχαν τις κινήσεις τους και δεν φανέρωναν άσκοπα την υπάρξή τους από το φόβο των κυνηγών.
.
Το μονοπάτι ήταν γεμάτο φθινοπωρινές οσμές· ήταν ο καιρός που άρχιζαν να λιώνουν τα φύλλα και η όσφρηση πλημμύριζε από το έργο της αποσύνθεσης που συντελούνταν στο έδαφος, σε κάθε σημείο της διαδρομής. Κάθε φύλλο σαν τελειώνει τον κύκλο της ζωής του έχει και διαφορετική μυρωδιά, σαν τους ανθρώπους κι αυτά, διαφέρουν κανένα δεν είναι το ίδιο με το άλλο. Μια αψιά, άγνωστη για πολλούς μυρωδιά πλανιόνταν σε πολλά σημεία του μονοπατιού, σαν κάποιο ιδρωμένο μεγάλο ζώο είχε περάσει απ’ εκεί. Ήταν οι μεριές λουφάζουν τα αγριογούρουνα ή εκεί που ψάχουν για ρίζες και καρπούς κάτω από τα δέντρα.
Τα πόδια απολάμβαναν το βαθύ περπάτημα στους σωρούς από τα φύλλα και τον πυκνό κισσό που σκεπάζει το μονοπάτι. Σε κανένα σχεδόν σημείο, εκτός από εκεί
που έχουν γίνει κάποιες ελαφρές κατολισθήσεις δεν φαίνεται πουθενά γυμνό το χώμα. Πουθενά δεν αφήναμε ίχνη, το μονοπάτι πίσω μας έμοιαζε σαν να μην είχε πατηθεί από κανένα. Με τα χέρια παραμερίζαμε που και που κάποια κλαριά που έχουν ριχτεί μέσα στο μονοπάτι.
.
Όχι πως δεν συμμετέχει και η γεύση σε αυτό το φθινοπωρινό περπάτημά μας. Οι χιλιάδες κατακκόκινοι καρποί της κουμαριάς, κρέμονταν σαν ρουμπίνια, σαν σκουλαρίκια στα κλαριά, ανάμεσα στα λαμπερά φύλλα και μας προκαλούσαν να τους δοκιμάσουμε. Δεν διστάσαμε και δεν σκεφτήκαμε πως μπορεί να λείψουν από τα πουλιά γιατί το δάσος είναι γεμάτο κουμαριές κι αυτά εξάλλου μπορούν να βολευτούν και με τους καρπούς της δάφνης, των πυράκανθων, του κισσού και τα βελανίδια. Δεν διστάσαμε επίσης να δοκιμάσουμε και λίγα από τα υπέροχα ξυνόμηλα των αγριόμηλων που βρήκαμε σωρούς μπροστά μας.
Υπάρχουν δυο τρόποι να γνωρίσετε αυτό το μοναδικό μονοπάτι της Μέσα Ελλάδας. Ο ένας είναι να κατεβείτε με τα πόδια από τη Δαφνωτή μέχρι τον Άραχθο ή από τον Κάρδαμπο να προωθηθείτε εκεί με αυτοκίνητο μέσα από ένα στενό δασικό δρόμο.
Ο άλλος είναι να κινηθείτε ανάποδα από τη ροή του νερού και από τον Κάρδαμπο, να πάρετε το μονοπάτι και να φθάσετε στη δέση κι από εκεί να καταλήξετε με τα πόδια στη Δαφνωτή ή με αυτοκίνητο να επιστρέψετε στον Κάρδαμπο. Κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσετε το μονοπάτι, είναι ο πρώτος, να ακολουθήσετε δηλαδή το ρου του ποταμού και οπωσδήποτε, αν πρόκειται για πρώτη φορά, να πάτε μαζί με κάποιον ντόπιο.
.
Αφού φθάσετε λοιπόν στο σημείο που καταλήγει ο δασικός δρόμος κάτω από τη Δαφνωτή, θα βρεθείτε σε ένα μεγάλο άνοιγμα της κοίτης του ποταμού, λίγο πιο κάτω από τη συμβολή του Λεπιανίτικου ρέματος και το σημείο που μέλει να υψωθεί το φράγμα του Αγίου Νικολάου που θα κόψει για δεύτερη φορά τον ποταμό στη μέση. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο μέρος, με τον ποταμό καθώς κατεβαίνει να σχηματίζει μια μεγάλη στροφή, να χαϊδεύεται από τη μια στα σκληρά βράχια της όχθης από την μεριά του χωριού Ρωμανός και από την άλλη να τρίβεται στα μεγάλα λιθάρια της μικρής λογγάς στην περιοχή που καλείται Στώμη.
Εκεί, από στην άκρη του ποταμού κοντά στα μεγάλα λιθάρια και τους βιρούς που ζουν ακόμα βίδρες, αρχίζει να διακρίνεται το μονοπάτι και ανεπαίσθητα αρχίζει να ανεβαίνει ψηλότερα από το γιαλό και να χώνεται πίσω από τα πλατάνια που έχουν θρασσέψει προς την πλευρά του ποταμού. Πρέπει να πούμε πως το μονοπάτι, δεν είναι ορατό σε όλο το μήκος από την πλευρά του ποταμού καθώς εύρρωστα πλατάνια και τα άλλα πυκνά δέντρα που είναι ριζωμένα κάτω από το αυλάκι τον κρύβουν. Στα σημεία που αραιώνουν, τότε εμφανίζεται ο Άραχθος να κυλάει πότε ήρεμος στον γιαλό με τα χαλίκια και πότε αφριεμένος να αλέθει πέτρες και χαλίκια στις στροφές του.
.
Λίγο μετά από το Λιαπατέϊκο λαγκάδι, φθάνουμε σε ένα δασωμένο σημείο κάτω από το συνοικισμό Φράξος, που λέγεται Ναστέϊκα. Εκεί λίγο πιό πάνω από το μονοπάτι, πνιγμένα μέσα στα δέντρα υπάρχουν και κάποια παρατημένα σπίτια, χαρακτηριστικά της ντόπιας αρχιτεκτονικής. Κάτω από το άλλο σημείο που καλείται Σαγανέϊκα, ο ποταμός φαίνεται να κάνει μια υπέροχη στροφή προς την απέναντι όχθη και το σημείο λέγεται, άγνωστο για ποιο λόγο Γύρα του Καπετάνου. Κι εκεί λίγο πιό πάνω από τα τεράστια πλατάνια που πνίγουν οι κισσοί στο Καλοκαιρινό, στέκει ακόμη όρθιο το παλιό ωραίο σπίτι του Νάστου που επιχείρησαν ανεπιτυχώς να κάψουν οι Γερμανοί και αγναντεύει την ωραία στροφή του ποταμού που καλείται Ναστεϊκα.
Πρέπει να πούμε πως το μονοπάτι σε όλο το μήκος του καθαρίστηκε με έξοδα του Δήμου Ξεροβουνίου μόλις πέρσι και ο δήμαρχος Λεωνίδας Τσιάπαλης που το θεωρεί ως ένα σημαντικό μνημείο της περιοχής θέλει να το διατηρεί ανοιχτό και προσπελάσιμο όλο το χρόνο. Σύντομα δε πρόκειται να προχωρήσει και στην σηματοδότησή του. Ένα τμήμα του, από τον Κάρδαμπο μέχρι το Στεφάνι του Χριστόφορου είχε ανοιχτεί παλιότερα από την Αδελφότητα Σκούπας και αυτό ήταν η αρχή να συνεχίσει ο Δήμος την λαμπρή πρωτοβουλία που θα ζωντανέψει την κοιλάδα.
.
Το μονοπάτι δεν παρουσιάζει καμμιά ιδιαίτερη δυσκολία, προχωρά μέσα στην κοίτη του παλιού αυλακιού και καθώς ανεβαίνει και δεν το φθάνουν οι κορυφές των δέντρων μπρορούμε να βλέπουμε χαμηλά τον ποταμό και να αγναντεύουμε τα απέναντι ψηλά, απόκρημνα βράχια. Η πρώτη εντύπωση που δίνει αυτή η ορθοπλαγιά, είναι ότι αυτό το σημείο είναι απάτητο όχι μόνο από ανθρώπους, αλλά και από κατσίκια. Αυτό που σήμερα φαίνεται ακατόρθωτο, το έκανε ένα βράδυ στα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου κάποιος Χαρίτος ο οποίος κατάφερε να γλυτώσει από αυτό τους διώκτες του περνώντας από αυτή την απάτητη πλαγιά. Ως ανάμνηση του κατορθώματος αυτού, οι ντόπιοι αναφέρονται στο σημείο με τον υπαινικτικό χαρακτηρισμό «Απ΄εδώ πέρασε ο Χαρίτος».
Το πιο επιβλητικό σημείο του μονοπατιού είναι το σημείο που καλείται Στεφάνι του Χριστόφορου, ένα στενό πέρασμα που κρέμεται κυριολεκτικά πάνω από το ποτάμι σε ύψος περίπου 20 μέτρων. Με λίγη προσοχή, οι δυσκολίες σε αυτό το σημείο του μονοπατιού ξεπερνιούνται γρήγορα και μόλις βγούμε από το Στεφάνι του Χριστόφορου βρισκόμαστε στο Καλάμι, ένα σκιερό και ιδιαίτερα υγρό μέρος όπου οι κορμοί των δέντρων είναι τυλιγμένοι, όπως σε κάποια τροπικά δάση με βρύα.
.
Εκεί το ποτάμι απομακρύνεται από την όχθη της Σκούπας και αγγίζει απέναντι την όχθη με τα θεριωμένα πλατάνια όπου κάποτε υπήρχε ένας μύλος, ο καλούμενος ως ο μύλος του Φλούδα. Εκείνος ο μυλωνάς είχε φτιάξει ένα αυλάκι να φέρνει νερό από το ποτάμι στο μύλο, ένα αυλάκι το οποίο κι αυτό έχει γίνει ένα ωραίο παραποτάμιο μονοπατάκι.
Είμαστε ήδη αρκετά ψηλά και μακριά από το ποτάμι όταν βλέπουμε κάτω από το σημείο που καλείται Μαύρα Λιθάρια, έναν άνθρωπο να ψαρεύει με αγκίστρια σε ένα άπλωμα της κοίτης και μας έρχονται στο μυαλό τα λόγια, του δραστήριου Μήτρου Λάμπρου που ζει ακόμα στον Κάρδαμπο, για τα χρόνια που το αυλάκι, εκτός από νερό πλημμύριζε τα χωράφια με ψάρια και με χέλια. Τώρα, μετά την κατασκευή των φράγματων του Πουρναρίου, τα ψάρια λιγόστεψαν ενώ τα χέλια εξαφανίστηκαν.
Σύντομα βρισκόμαστε στο σημείο που καλείται Μαύρα Λιθάρια, από τις μεγάλες μαύρες πέτρες που ήταν στην άκρη του γιαλού. Παλιότερα, δίπλα στο μονοπάτι υπήρχε μια πηγή η οποία χάθηκε κάτω από τα μπάζα μιας μεγάλης κατολίσθησης. Ήδη βλέπουμε από κοντά την ολοκαίνουργη γέφυρα του Τζαρή και καταλαβαίνουμε πως το μονοπάτι τελειώνει. Μαζί του τελειώνουν και οι σκέψεις πως ένα μεγάλο έργο μιας εποχής που πέρασε, τουλάχιστον δεν έχει διαλυθεί και με άλλο ρόλο επανέρχεται στη ζωή των ανθρώπων. Το αυλάκι που έχει γίνει σήμερα ένα εξαίρετο μονοπάτι, είχε ανοιχτεί το 1956 – 57 και είχε στοιχίσει 300 χιλιάδες τοτινές δραχμές και πότιζε 250 στρέμματα με δυναμικές για την περιοχή καλλιέργειες. Κάποια εποχή μάλιστα κατάφεραν και πέρασαν νερό απ’ αυτό το αυλάκι και στα απέναντι χωριά. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, κρατιόνταν όρθιος και ο κατά εικοσιπέντε μέτρα απαραίτητος για τη διοχέτευση του νερού υψηλός πύργος κοντά στο σημείο που λέγεται Μελίσσια του ποταμού. Έπεσε και καθώς όλες οι καλλιέργειες είχαν εγκαταληφθεί, δεν χρειάστηκε να τον ξαναστήσουν. Όπως δεν χρειάστηκε, από το 1975 και δώθε να καθαρίσουν το αυλάκι. Έτσι στεγνό, μετά από 30 χρόνια εξελίσσεται τώρα στο όμορφο μονοπάτι της Σκούπας.

Μια ζωγραφιά ο Άραχθος καθώς κατεβαίνει και ακουμπά στην όχθη του Φλούδα

Στα Ναστεϊκα οι βελανιδιές δεν αφήνουν ούτε το φως να φθάσει στο έδαφος
Ο πλάτανος θρέφει με τις σάρκες του τα κυκλάμινα που φύτρωσαν στην κουφάλα

Τα πλατάνια σκύβουν σα να θέλουν να χαϊδέψουν με τα κλαδιά τους το ποτάμι

Το ποτάμι περνά μεγαλόπρεπο κάτω από πλατάνια που θρασσεύουν στις όχθες του

Το ποτάμι περνά μεγαλόπρεπο κάτω από την βραχώδη πλαγιά του Χαρίτου

Απ’ αυτή την ορθοπλαγιά ξέφυγε κάποια νύχτα ο Χαρίτος και της έδωσε το όνομά του

Ένα δέντρο κουρασμένο έγειρε να ξαπλώσει μέσα μονοπάτι που πνίγει ο κισσός

Πλατάνια πάνω από το ρου του ποταμού αγωνίζονται για το ποιο θα ανέβει πιο ψηλά

Μια βίδρα περπάτησε στη λάσπη ανάμεσα στα μεγάλα κοτρώνια κοντά στη Δέση

Οι πορδαλιές με τα πυρόχρωμα φύλλα τους πυρπολούν κατά συστάδες το δάσος

Ο πυκνός κισσός έγινε δεύτερο δέρμα στην τεράστια πέτρα που έκλεισε το μονοπάτι.

Όπου βαθαίνει το ποτάμι όλο και κάποια ψάρια ξεγελιούνται από τα δολώματα.

Η κουμαριά έχει στρώσει στα κλαδιά της το δείπνο των πουλιών του δάσους
Το κείμενο και κάποιες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Γεωτρόπιο" τον Ιανουάριο του 2005. Από εκείνη την φθινοπωρινή εξόρμηση στον Άραχθο υπάρχει και άλλο ωραίο φωτογραφικό υλικό το οποίο σύντομα θα δημοσιευτεί σε ξεχωριστή σελίδα.



















Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ "ΚΑΡΑΒΑΚΙ" ΞΑΝΑΣΦΥΡΙΖΕΙ ΣΤΗ ΣΥΡΟ


Μέσα σε σφυρίγματα από μπουρούδες από μεγάλα κοχύλια, εορταστικούς ήχους από φλογέρες και ταμπιά, κανονιές από το χαρτονένια κανόνια του ομοίωματος του πολεμικού σκάφους που κρατούσαν στα χέρια τους τα παιδιά που τραγουδούσαν κάποτε τα παραδοσιακά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έκλεινε πάντοτε η χρονιά στη Σύρο του εμπορίου και της ναυτιλίας. Ήταν μια ωραία συνήθεια που χαίρονταν όλοι οι Συριανοί και δήλωνε τη στενή τους σχέση με τη θάλασσα ενώ περιποιούσε και τιμή για ένα σκάφος του στόλου που ξεχώριζε κάθε εποχή, το «Αβέρωφ» παλιότερα ή το «Έλλη» τα μεταπολεμικά χρόνια και σαν έθιμο διατηρήθηκε μέχρι το 1955 – 1956 οπότε, όπως και πολλά άλλα υποχώρησε μπροστά σε άλλα «μοντέρνα» και αμφίβολα.
Ήταν μια γιορτινή στιγμή που έλειψε από τον τόπο μας λέει ο Νίκος Σολάρης, δάσκαλος χορού και ερευνητής της παράδοσης και της ιστορίας της Σύρου και γι’ αυτό με πρωτοβουλία του Λυκείου Ελληνίδων μια μεγάλη παρέα παιδιών, πριν από 15 περίπου χρόνια ξαναβγήκε στους δρόμους, αναβίωσε το «Καραβάκι» κι έτσι αποκαταστάθηκε κατά κάποιο τρόπο η παράδοση. Τα πρώτα σκάφη που κράτησαν τα παιδιά στα χέρια τους ήταν επίσης χαρτονένια τα οποία ως είναι επόμενο διαλύονταν από το τρέξιμο σε όλους τους δρόμους και τις γειτονιές και τη κακοκαιρία. Γι’ αυτό ένας άνθρωπος που νοσταλγούσε την παλιά Σύρα και την παράδοσή της, ο Παν. Μηλιώτης που συμμετείχε στα κάλαντα εκείνων των χρόνων έφτιαξε και δώρισε στο Λύκειο, ένα μεγάλο ομοίωμα του πολεμικού «Θύελλα» με το οποίο σήμερα τα παιδιά του Λυκείου θα ταξιδέψουν τους Συριανούς σε άλλες εποχές.

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

ΣΤΟ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟ ΓΑΡΔΙΚΙ ΟΜΙΛΑΙΩΝ

Είναι κανένας εδώ;

Δυο βαθιές αυλακιές στη χιονισμένη ράχη των Αγίων Θεοδώρων είναι ο δρόμος που οδηγεί σε ένα χωριό τυλιγμένο στο λευκό πέπλο του χειμώνα· όποιος δεν έχει επισκεφθεί άλλη φορά τον τόπο, με τίποτα δεν καταλαβαίνει ότι φθάνει στο Γαρδίκι Ομιλαίων, πρωτεύουσα άλλοτε ενός ιστορικού Δήμου στη Δυτική Φθιώτιδα. Ακόμα και η πινακίδα που το δηλώνει ήταν θαμμένη στο χιόνι…

Χωρίς καμιά διάκριση, το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα· από τις σιωπηλές, βαριές πετρόχτιστες εκκλησίες και το βουβό σχολείο, μέχρι τα παλιά και τα καινούργια σπίτια, τα εικονίσματα, τις αποθήκες και τις αχυρώνες. Είχε ντύσει με λευκά άμφια επισκόπων τα σοβαρά έλατα, αλλά δεν είχε ξεχάσει να τυλίξει με χιονόσκονη και τα κλαδιά των οπωροφόρων δέντρων, ούτε και τα χαλκόχρωμα φύλλα των δρυών λησμόνησε να στολίσει με ελαφρές νιφάδες.
Χωρίς να κάνει καμιά διάκριση είχε σκεπάσει τις στέγες με τα παλιά κεραμίδια, τις τσιμεντόπλακες και τους τσίγκους. Εκεί μετράει το μπόι του το χιόνι, πάνω στις στέγες και τις καμινάδες. Η ξεσκούφωτη όμως καμινάδα, αυτομάτως δηλώνει ότι αυτό το σπίτι κάποια φωτιά το ζεσταίνει, όπως και στις στέγες που κυλάει εύκολα το χιόνι, αυτές σκεπάζουν συνήθως ένα σπίτι που θερμαίνεται. Σε αντίθετη περίπτωση, το σπίτι είναι άδειο και παγωμένο.
Σε αυτές τις κρύες στέγες θριαμβεύει η γεωμετρία των λευκών όγκων που με θαυμαστή ποικιλία αναπτύσσεται στις επιφάνειες και δίνει βάρος στις ακμές που χάνονται στον γαλακτώδη ορίζοντα της αραιής χιονόπτωσης. Μια γεωμετρία που σκεπάζει τα άδεια σπίτια και κατά κάποιο τρόπο υποβάλλει στον επισκέπτη ένα δέος απέναντι στο λευκό θηρίο που από πολλούς λέγεται και χειμώνας.
Από τα κεραμίδια των παγωμένων στεγών, σε πυκνή διάταξη κρέμονταν τεράστια κρύσταλλα, κάποια ξεπερνούσαν στο μπόι το ένα μέτρο και άλλα ήταν όσο ο καρπός ενός αντρικού χεριού χοντρά. Τα μεγαλύτερα κρέμονταν από τα κεραμίδια της κεντρικής εκκλησίας, της Παναγίας, πάνω από την είσοδό της. Μεγάλα, βαριά σαν σπαθιά γιγάντων κρέμονταν στον παγωμένο αέρα και έδειχναν να μη τρομάζουν από καμμιάς καμπάνας τον ήχο. Κάθε μέρα μεγαλώναν όλο και περισσότερο και αν κρατούσε μερικές εβδομάδες ο χειμώνας θα μπορούσαν να φθάσουν ως το έδαφος, μας είπε ένας γέροντας που ξεχειμωνιάζει στο Γαρδίκι. Πράγματι, αν όλο το Φλεβάρη η θερμοκρασία κρατιόνταν κάτω από το μηδέν, τότε ίσως τα κρυστάλλινα σπαθιά που κρέμονταν πάνω από την είσοδο της εκκλησίας θα μπορούσαν να φθάσουν μέχρι το κατώφλι της πόρτας. Κανένας δεν θα βρίσκονταν εκεί να τους κόψει τη φόρα, κανένας να τα σπάσει.

Στο λευκό πολτό που κάλυπτε το βουβό χωριό, το μόνο χρώμα που έχει ένα δεύτερο λόγο, ήταν το γκρίζο μαύρο και αυτό φορούσαν ακόμα και τα πράσινα έλατα για να μπορέσουν να δηλώσουν την παρουσία τους, να μη περάσουν δήθεν απαρατήρητα από το βλέμμα του επισκέπτη. Μόνο το μαύρο ξεμυτούσε σε κάποια σημεία, διασκέδαζε το βλέμμα και σιωπηλά υπενθύμιζε το πόσο παροδικό ήταν το βαρύ λευκό που κάλυπτε ακόμα και τα νερά. Σε λίγα σημεία μπορούσες να καταλάβεις ότι κάτω από το χιόνι υπάρχουν κάποιες βρύσες οι οποίες λειτουργούν αθόρυβα και τα νερά τους άνοιγαν κρυφές, επικίνδυνες για τον περιπατητή διόδους για να βγουν στα ρέματα.
Φωνάξαμε, ούτε τον αντίλαλο της φωνής μας δεν ακούσαμε, τίποτα δεν μας απάντησε. Ούτε μια τούφα χιόνι δεν σάλεψε από τα κλαριά, κανένα παραθύρι δεν έτριξε, καμμιά πόρτα δεν κουνήθηκε. Το χωριό έμοιαζε ακατοίκητο, ο θολός από τις νιφάδες του χιονιού αέρας δεν έφερνε από πουθενά καπνό, τίποτα δεν μύριζε εκτός από χιόνι και πάγο. Τίποτα δεν ακούστηκε, ούτε ένα γάβγισμα να σε καλωσορίζει ή να σε διώχνει.
Κι όμως στο σιωπηλό χωριό την προηγούμενη ημέρα είχαν περάσει τα μηχανήματα και άνοιξαν τον κεντρικό δρόμο ο οποίος είχε μετατραπεί σε μια πρώτης τάξεως παγωμένη πίστα. Το καθάρισμα του δρόμου το οποίο υπαγορεύονταν από τη συνέπεια της τοπικής αρχής απέναντι στους ελάχιστους που παραμένουν το χειμώνα στο Γαρδίκι, ακυρώθηκε εν μέρει από το χιόνι την ίδια νύχτα. Μόνο ειδικά εξοπλισμένα αυτοκίνητα μπορούσαν να διαβούν τον επικίνδυνο δρόμο που έμοιαζε με μεγάλο αυλάκι μέσα στο χωριό.
Ένα μέτρο και είκοσι πόντους κάτω από την επιφάνεια του χιονιού ήταν χωμένο το κατάστρωμά του! Έξω από το δρόμο, τίποτα δεν ήταν συγκεκριμένο, ούτε μονοπάτια ξεχωρίζαμε, ούτε χωράφια. Κάτω από το χιόνι χάνονταν οι φράχτες, αδειάζει η ιδιοκτησία, το δικό σου και το δικό μου έχαναν το σύνορό τους και μόνο κάτι λίγα πουλιά βεβαίωναν ότι μέσα στο χωριό λειτουργούσε ο χρόνος. Πουλιά του χιονιά που πετούσαν μουδιασμένα και με άδεια στομάχια. Στη λευκή παραζάλη που ζούσαν, ελάχιστοι ήταν οι σπόροι που θα μπορούσαν να βρουν να ξεγελάσουν την πείνα τους. Πουθενά, σε ολόκληρο το χωριό δεν ήταν δυνατόν να βρουν κάτι να τραφούν αφού σε κανένα σπίτι δεν υπήρχε ένα τουλάχιστον κοτέτσι για να περισσεύουν από τις κότες κάποιοι σπόροι. Γι’ αυτό μόλις αντιλαμβάνονταν ότι ανοίγει η πόρτα ενός σπιτιού, ως δια μαγείας εμφανίζονταν στα κατώφλια μικρές ομάδες από σπουργίτια, μοναχικούς κομπογιάννους, κατάμαυρα κοτσύφια και άλλα μικροπούλια. Ξέρουν ότι από το τραπέζι όλο και κάτι θα περισσέψει και γι’ αυτά.
Δε λαθεύουν, σε όλο το χωριό δεν πάει ούτε ένα ψίχουλο χαμένο, ούτε μια φλούδα στα σκουπίδια γιατί όπως μάθαμε, ορισμένοι ανεβαίνουν με οποιοδήποτε καιρό στο Γαρδίκι να ρίξουν λίγους σπόρους στα πεινασμένα πουλιά και να ταίσουν κάποιους άμοιρους σκύλους που βολοδέρνουν ξεχασμένοι στο χωριό. Μόλις ακούσουν μηχανή αυτοκινήτου, τα απελπισμένα ζώα αμέσως σπεύδουν στο σημείο που σταματάει και τρέχουν στο σπίτι που φωτίζεται. Από πείρας ξέρουν ότι εκεί θα βρούνε για δυο – τρεις ημέρες φαγητό και σαν φύγουν οι επισκέπτες, σίγουρα θα τους αφήσουν αρκετά κόκαλα και πολλά αποφάγια. Το ίδιο πιάτο μοιράζονται πολλές φορές μαζί με τους σκύλους και κάτι λίγες γάτες και τα αγρίμια του δάσους. Αλεπούδες, κουνάβια και πολλά τρωκτικά εμφανίζονται στα κατώφλια των κλειστών σπιτιών και μοιράζονται τη δοκιμασία της επιβίωσης με τα παρατημένα κατοικίδια.

Η αγωνία της επιβίωσής των ζωντανών τους στο χιονισμένο χωριό και η παρουσία των ανθρώπων διακρίνονταν από τον «ντορό», όπως λέγονται τα σημάδια που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι και τα ζώα πάνω και μέσα στο χιόνι. Ο ντορός ξεκινάει με τη δρασκελιά του πρώτου που θα πατήσει το χιόνι και εξελίσσεται με το βήμα του επομένου και ούτω καθεξής. Έτσι σιγά - σιγά ανοίγεται ένα μονοπάτι μέσα στο χιόνι, μονοπάτι που πολλές φορές βρίσκεται αρκετά ψηλά από το παγωμένο έδαφος.
Αν τύχει και χιονίσει πάλι πάνω από τα πρώτα βήματα, ανεβαίνει το ύψος του ανάλογα. Αν δε παγώσει, τότε τα πράγματα δεν είναι τόσο ασφαλή. Ο διαβάτης πρέπει να προσέχει που πατάει και να βάζει το πόδι του στην πατημασιά του προηγουμένου. Εννοείται πως σε κάθε περίπτωση το ραβδί ή η γκλίτσα είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για το περπάτημα μέσα στο χιόνι.
Ο ντορός μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με τη γραμμή που αφήνει πίσω του ένα σκάφος στη θάλασσα. Όπως το επόμενο κύμα θα έρθει και θα σκεπάσει τα ίχνη, έτσι και η συνεχιζόμενη χιονόπτωση θα σκεπάσει τα ίχνη του βήματος.
Την επομένη πολλές φορές ημέρα, είναι σχεδόν αδύνατον να διακριθεί ο χθεσινός ντορός, χάνεται η σιγουριά και ο περιπατητής μάλλον θα πρέπει να ανοίξει καινούργιο.
Με κόπο ανοίξαμε ντορό στους χιονισμένους δρόμους του χωριού, σαν να ήμασταν εντεταλμένοι από κάποια αρχή ή τους Γαρδικιώτες που απουσιάζουν να δούμε αν τα σπίτια τους είναι εντάξει, περπατήσαμε όλα τα σοκάκια και σταθήκαμε μπροστά σε κάθε αυλόθυρα. Με δυσκολία ανεβήκαμε στην πάνω γειτονιά, όπου το χιόνι είχε τσιμπήσει μερικούς πόντους παραπάνω απ’ ότι στην πλατεία, φθάσαμε σχεδόν στο δάσος κι εκεί σταματήσαμε. Τα χιονισμένα έλατα είχαν δημιουργήσει ένα παγωμένο τείχος που εμπόδιζε οτιδήποτε να περάσει μέσα στο δάσος που έμοιαζε σαν μαγεμένο. Δεν τολμήσαμε να μπούμε μέσα σε αυτό το μυθικό κόσμο όπου σίγουρα δεν θα βρίσκαμε ξωτικά και νεράϊδες.
Το χιόνι που έπεφτε από τα κλαδιά θα μας σκέπαζε αμέσως.
Γυρίσαμε στο χωριό και περπατήσαμε στις γειτονιές βουτώντας μέχρι το στήθος στο χιόνι. Δεν χτυπήσαμε καμμιά πόρτα γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι κανένας δεν θα μας αποκριθεί και κανείς δεν θα μας καλωσορίσει, κανένας δεν θα ανοίξει την πόρτα του και δεν θα μας οδηγήσει στο τζάκι να ζεσταθούμε. Καινούργια σπίτια, μεγάλα παλιά δίπατα και άλλα με ένα σωρό κατασκευές κολλημένες πάνω τους, όλα ήταν βουβά και παγωμένα.
Μια γενιά πίσω, πριν από καμμιά τριανταριά χρόνια δηλαδή, κανένα απ’ αυτά τα σπίτια που στέναζαν από το βάρος του χιονιού στη στέγη τους και την ερημιά στο κορμί τους δεν ήταν ακατοίκητο και βεβαίως καλά προετοιμασμένο να δεχθεί το βαρύτερο χειμώνα, ο οποίος, δεν έφερνε πάντα μαζί του τη συμφορά καθώς είχε να κάνει με τη σωστή προετοιμασία του κάθε σπιτιού. Οι νοικοκυραίοι φρόντιζαν από το καλοκαίρι για τα εφόδια του σπιτιού, τρόφιμα, ξύλα, αλάτι, πετρέλαιο καθώς και για ζωοτροφές, ανάλογα με τον αριθμό των μελών κάθε οικογένειας και φυσικά του κοπαδιού. Εθεωρείτο δε αρκετά υποτιμητικό για κάποιον να τρέξει την τελευταία στιγμή στο μύλο για να αλέσει γεννήματα. Αυτός για την τάξη του χωριού ήταν λίγο πολύ άχρηστος και κατά συνθήκη γινόταν ο περίγελως του τόπου. Πολλές φορές μάλιστα η σκληρότητα που έδειχναν στον ακαμάτη συγχωριανό ήταν απίστευτη. Το ίδιο συνέβαινε και για τον άνθρωπο που δεν είχε φροντίσει για το κοπάδι του.
Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε πως για να φθάσουν οι ζωοτροφές, οι άνθρωποι κατέφευγαν στα κλαδιά των ελάτων που κι αυτά δεν ήταν και τόσο άφθονα καθώς όλοι ανέβαιναν και τα κλάριζαν. Ένα άλλο συμπλήρωμα της τροφής του κοπαδιού ήταν ο μελάς (ιξός) ένα παράσιτο που ζει στα έλατα και τα πράσινα σαρκώδη φύλλα του ήταν εξαιρετική τροφή για τα ζώα και ιδιαίτερα για τα γεννημένα.
Το πιο σοβαρό πρόβλημα που δημιουργούσε παλιότερα ο χειμώνας ήταν η επικοινωνία καθώς το χιόνι έκλεινε όλα τα μονοπάτια και οι ορεινές διαβάσεις γίνονταν ιδιαίτερα επικίνδυνες. Τότε τα χωριά ξέχναγαν τις ανάγκες και τις διαφορές, κλείνονταν στον εαυτό τους και μόνο όταν δεν φαινόταν βαρύς ο καιρός, τότε τολμούσαν κάποιοι να ξεκινήσουν για τον έξω κόσμο, επί του προκειμένου για την κοντινή Σπερχειάδα για να προμηθευτούν τα απαραίτητα. Έμπαιναν μπροστά οι πιο δυνατοί να ανοίξουν δρόμο, ακολουθούσαν οι ασθενέστεροι και ένας πίσω από το άλλο βάδιζαν στις χιονισμένες πλαγιές με το φόβο πάντα να τους θάψει κανένα ξαφνικό ανεμοσούρι. Βιάζονταν να πάνε στον προορισμό τους και να γυρίσουν αμέσως, την ίδια αν ήταν δυνατόν ή την επόμενη ημέρα, μη και αλλάξει ο καιρός και τους κλείσει για πολλές μέρες μακριά από το χωριό. Ολο χωριό περίμενε καρτερικά να διαβεί ο χειμώνας, να δρασκελίσει η χειμωνιά
και τον επικίνδυνο Μάρτη και να αρχίσουν να λιώνουν τα χιόνια. Η καλοκαιρία ήταν ορατή καθώς ανέβαινε σιγά σιγά από τις ποταμιές προς τις πλαγιές των βουνών. Τότε ήταν που ολόκληρα τα χωριά μεταφέρονταν στα χωράφια που ήταν κοντά στα ποτάμια για να βοσκήσουν τα κοπάδια και βεβαίως να τα καθαρίσουν από τα κλαδιά των δέντρων που σώριασε το χιόνι σ’ αυτά.
Προχωρώντας οι ημέρες, το χωριό και τα ζωντανά ανέβαινε σιγά – σιγά ψηλότερα μέχρι τα μέσα του Απρίλη που σχεδόν ο χειμώνας αποχωρούσε από τον τόπο και περιορίζονταν ψηλότερα.
Μαζί με τους λίγους άλλους που είχαν ανέβει εκείνο το διήμερο στο Γαρδίκι, αποχαιρετήσαμε το βουβό χωριό και φύγαμε όπως είχαμε έρθει. Χωρίς κανένας να μας πάρει είδηση! Φύγαμε έχοντας εκπληρώσει ο καθένας το σκοπό του. Άλλοι είχαν πάει να ταίσει τα πουλιά και τα σκυλιά, άλλοι να δουν αν άντεξε το χιόνι η στέγη του πατρικού σπιτιού, άλλοι να ανοίξουν την πόρτα των λίγων γερόντων κι εμείς για να δούμε τελικά τη φωνή μας να βουλιάζει στο χιονισμένο τόπο και να σβήνει πίσω από τις διπλομανταλωμένες, κρύες πόρτες.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αν βρεθείτε καταχείμωνο και μεσοβδόμαδα στο Γαρδίκι, είμαι βέβαιος ότι θα θυμηθείτε και θα σχολιάσετε αυτό το κείμενο. Αν όμως αποφασίσετε να το επισκεφθείτε κάποιο συνηθισμένο Σαββατοκύριακο, τότε και πόρτες ανοιχτές θα δείτε, και παράθυρα φωτισμένα και καπνό να ανεβαίνει από τα τζάκια των σπιτιών και τη σόμπα του καφενείου. Σε περίπτωση δε που έχουν εκδηλωθεί έντονες χιονοπτώσεις, καλό είναι να ενημερωθείτε πρώτα από το Αστυνομικό Τμήμα Σπερχειάδας για την κατάσταση του δρόμου.
Δημοσιεύτηκε στο "Γεωτρόπιο" τεύχος 296, 12 Μαρτίου 2005.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Μπορεί να χάθηκαν τα περισσότερα φιλμ, η μηχανή του Νίκου που «πάγωσε» ιστορικές στιγμές των έργων ζει ακόμα και τον εμπνέει

Ο Νίκος Βλάχος (1928) από τον Ψηλόβραχο του ιστορικού δήμου Παρακαμπυλίων της Αιτωλακαρνανίας, σε όλη του τη ζωή πορεύτηκε με οδηγό την τέχνη που αυθόρμητα πήγαζε από τον τόπο του και τις παραδόσεις του. Αυτοδίδακτος μουσικός, όπως εξάλλου και τα τέσσερα αδέρφια του, δημιούργησαν το περίφημο παραδοσιακό συγκρότημα «οι Βλαχαίοι» και μέχρι τη δεκαετία του ’70, πριν τους σηκώσουν όλους οι άνεμοι της ξενιτιάς, απογείωναν τη χαρά των συντοπιτών με τα όργανά τους. Περίεργος και πρωτοπόρος πάντα ο Νίκος, άρχισε όταν ξεκίνησαν περί το 1960, τα έργα της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών, με μια απλή φωτογραφική μηχανή να βγάζει εισόδημα από τις φωτογραφίες που τραβούσε στα εργοτάξια και τις κατασκευές και τις πουλούσε. Έτσι, γνώρισε όλους τους εργαζόμενους και καθώς έβλεπε την πρόοδο των έργων με ένα άλλο μάτι, κατέγραψε και τις κύριες φάσεις τους καθώς και με πολλή πίκρα, την κατάκλιση της κοιλάδας από τα νερά τον Αύγουστο του 1965. Τα έργα όμως δεν έφεραν την ευτυχία που προπαγάνδιζαν οι εμπνευστές τους, και το 1972, ο Νίκος με τη γυναίκα του Λάμπρω και τα τρία παιδιά τους αναγκάστηκαν να αναζήτησαν καλύτερη τύχη στην Αμερική. Φεύγοντας άφησε το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του σε μια αποθήκη, την οποία όταν γύρισε δεν βρήκε στη θέση της και από τον ανεκτίμητο θησαυρό του, εντόπισε μόνο μερικές εκατοντάδες αρνητικά σε κάποιο συρτάρι του πατρικού. Αυτά τα ελάχιστα, αλλά ουσιαστικά ντοκουμέντα της μικρής του πατρίδας, ο Νίκος Βλάχος αποφάσισε να τα αναπαράγει και να παραδώσει τις φωτογραφίες στους συντοπίτες του, πριν η λήθη όπως η λάσπη σβήσουν για πάντα από τη μνήμη τους, τη μικρή πατρίδα τους.


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2008, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».




ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΑΠΟ ΡΟΖ ΜΕΤΑΞΑΚΙΑ


Ένα μικρό, πυκνό συννεφάκι από λαμπερά μεταξάκια που ξαπλώνει πάνω από ένα τοίχο στην Τρυπητή της Μήλου, είναι το καμάρι της κυρά Μαρίας Βαμβούνη ή Ρολογά, όπως συνηθίζουν στη Μήλο με τα διακριτικά προσωνύμια. Τα πυκνά ροζ μεναξάκια τα οποία καμαρώνει και όλος ο κόσμος που περνάει μπροστά από το σπίτι της είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης και επίμονης προσπάθειας. Πρέπει μάλιστα να ξεπερνούν τα 20 χρόνια από τότε που οι ρίζες τους αναδεύουν το χώμα του κήπου της και είναι ένα λουλούδι, ιθαγενές του τόπου, πιάνεται εύκολα και ανάλογα με την περιποίησή του, ανταμείβει τον άνθρωπο που το φροντίζει. Η κυρά Μαρία προτιμά όπως λέει να έχει στην αυλή της ντόπια λουλούδια και πρασινάδες γιατί είναι απολύτως εξοικειωμένα με το κλίμα της Μήλου και δεν έχουν τις απαιτήσεις, όπως άλλα ξενικά είδη σε νερό και λιπάσματα και σε όλα τα λουλουδικά της δεν βάζει τίποτα άλλο από προσεγμένο σχινόχωμα που συλλέγει η ίδια στις εξοχές του νησιού. Μόλις ξεραθούν τα λαμπερά μεναξάκια περί τα μέσα του Μάη, η αυλή της αρχίζει αμέσως να ευωδιάζει από τους λευκούς κρίνους και μέχρι το φθινόπωρο, ένα μετά το άλλο παίρνουν τη σειρά τους όλα τα λουλούδια της Μήλου. Επί πλέον, το μεταξάκι της που το έχει από την πεθερά της, Καλλίτσα και από το οποίο δίνει ρίζα, όχι μόνο στις γειτόνισσες αλλά και σε όσους περαστικούς το επιθυμούν, από τότε που μακαρίστηκε ο άντρας της Μιχάλης, ένας από τους πιο δραστήριους αγρότες της Μήλου, είναι και η μοναδική συντροφιά της σε ένα σπίτι που βαραίνει η απουσία του νοικοκύρη…


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
02/06/2008, σελ. 62, στήλη «Ανθρώπινα».

Η ΧΑΜΕΝΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Αυτό που βάζει στο ταψί της η κυρά Χριστίνα είναι πάντα
το λιγότερο που λείπει από τον κήπο και το αμπάρι της…


Ανέκαθεν ήταν αυτονόητο, το περιβάλλον να διαμορφώνει τις διατροφικές συνήθειες, την πηγή δηλαδή τη ζωής του ανθρώπου και αντιστρόφως, από την εμφάνισή του και μετά ο homo sapiens, να παρεμβαίνει έτσι ώστε να αντλεί από τα αποθέματα της φύσης μόνο τα απαραίτητα για την επιβίωσή του αγαθά. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τη στιγμή που η απλή αυτή σχέση που διαχρονικά είχε αναπτύξει ο άνθρωπος με το περιβάλλον διαταράχθηκε από την επιδημία της παγκοσμιοποιημένης «αγοράς» η οποία διέβρωσε κυριολεκτικά τη σοφία που είχαν αναπτύξει γενεές επί γενεών οι άνθρωποι σχετικά με το ζήτημα της διατροφής τους και χαρακτηρίζονταν από την γόνιμη επάρκεια, τον κύκλο της αυτάρκειας και βεβαίως τον κοινό κόπο και λόγο της εκάστοτε τοπικής η μεγαλύτερης κοινωνίας σε κάθε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Σε μια περιοχή που εξαιτίας των ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος της και της γονιμότητας της γης της πάντα διακρίνονταν για την μεγάλη παραγωγή γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, όπως το Μουζάκι της Καρδίτσας, οι δάσκαλοι του εκεί Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης πήραν προσφάτως την πρωτοβουλία να διοργανώσουν για το τριήμερο 9 – 11 Μαίου, σεμινάριο με τον τίτλο «Διατροφή και Περιβάλλον». Στόχος του σεμιναρίου είναι βεβαίως η πρόκληση προς τους μαθητές να στραφούν και να μελετήσουν με προσοχή τη διατροφική παράδοση της περιοχής της αλλά και προς τους μεγάλους, οι οποίοι αφού απερίσκεπτα «δάγκωσαν» το μήλο που τους πρόσφεραν ασυνείδητα οι σειρήνες της σύγχρονης αγοράς, να εκτιμήσουν τα παράδοξα που έγιναν στον κάμπο και στο βουνό και ανέτρεψαν κυριολεκτικά τη ζωή τους. Επειδή μάλιστα αυτοί είναι που κρατούν ακόμη λίγη από τη σοφία που είχε ο παλιός καλλιεργητής και κτηνοτρόφος, σε αυτούς στοχεύει κυρίως ο ιδιαίτερα επίκαιρος προβληματισμός που θέτουν οι δάσκαλοι. (Πληροφορίες 2445043242).



Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
08/05/2008, σελ. 62, στήλη «Ανθρώπινα».