Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΜΟΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΓΕΜΑΤΟ ΠΕΡΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΓΡΙΟΠΕΡΙΣΤΕΡΑ

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΚΥΝΗΓΙ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Ο Κώστας Λουλακάκης το 1949 που τον φωτογράφισε ο Ρόμπερτ Λιντέλ πάνω από τα βράχια του Μοναστηριού
Κάποτε κανένα σημείο της Αμοργού δεν ήταν ακαλλιέργητο και όλο το νησί ήταν γεμάτο ζωή και θηράματα


Πάνε καμιά πενηνταριά χρόνια από τότε που ο Κώστας Λουλακάκης εγκατέλειψε την Αμοργό για να εργαστεί στην Αθήνα όπου ζει σήμερα συνταξιούχος. Ο νους του όμως συχνά γυρίζει πίσω και θυμάται, εκτός από τα χρόνια της νιότης του, το νησί και τους ανθρώπους του. Δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια και τα αγαθά της αμοργινής γης δεν έφταναν να γεμίσουν το τραπέζι της οικογένειας. Γι’ αυτό όσοι διέθεταν ένα όπλο κυνηγούσαν, ενώ κάποιοι άλλοι που είχαν βάρκες ψάρευαν.


Ο Κώστας Λουλακάκης ξεκίνησε να κυνηγά το 1949 και το πρώτο θήραμα του ήταν τι άλλο, από πέρδικες, που τότε ήταν γεμάτο το νησί. Εκεί στο Καλογερικό, στο μονοπάτι που οδηγεί ακόμα από τη Χώρα στο μοναδικό μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας ο Ρόμπερτ Λιντέλ, ένας Άγγλος καθηγητής που περιηγούνταν τα ελληνικά νησιά, τον φωτογράφισε και η φωτογραφία αυτή κοσμεί τις σελίδες του ανέκδοτου ακόμη στην Ελλάδα σπουδαίου έργου του, με τις εντυπώσεις του από τα νησιά.
Αυτόν τον άνθρωπο που είχε χαθεί στα μονοπάτια της Αμοργού, ο Κώστας πήρε το βράδυ στο σπίτι του, του έβαλε στο τραπέζει αμοργινές ελιές και φάβα και τον φιλοξένησε μερικές ημέρες. Αποτέλεσμα αυτής της φιλοξενίας ήταν να δημιουργηθεί μια ωραία φιλία με τον Λιντέλ, ο οποίος έζησε κατόπιν και δίδαξε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, φιλία η οποία έκλεισε πριν από τρία χρόνια με το θάνατο του Άγγλου.
Θαυμάζοντας πρόσφατα αυτή τη φωτογραφία η οποία δείχνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα της σκληρής Αμοργού και φυσικά έναν χαρακτηριστικό Αμοργινό νέο με το τουφέκι του στον ώμο ξεκινήσαμε μια όμορφη κουβέντα.
Μια κουβέντα που εκτός από την κυνηγετική του δραστηριότητα επεκτάθηκε σε ένα σωρό πράγματα για την Αμοργό εκείνης της εποχής. Το πρώτο κυνηγετικό όπλο που κράτησε ο Κώστας στα χέρια του ήταν ένα προπολεμικό μονόκαννο εμπροσθογεμές με κόκορα το οποίο είχε γλιτώσει από τους Ιταλούς και το οποίο έχασε, όταν το πήγε αργότερα σε ένα οπλουργό στην Αθήνα για να το μετατρέψει σε οπισθογεμές! Ανάλογα όπλα είχαν και οι υπόλοιποι κυνηγοί της Χώρας, ο Κώστας Βλαβιανός, ο Νικήτας Νομικός του Κουρέα, ο Λευτέρης του Λεσκέρη και ο Μιχάλης Πάσσαρης ή Αλλόκοτος, ο οποίος έκανε και τον οπλουργό. Αυτός είχε φύγει από την Αστυνομία Πόλεων που υπηρετούσε, γύρισε στο νησί και εγκαταστάθηκε σε μια ερημική αγροικιά στο Βουνί και έκανε εργαστήριο επισκευής όπλων και εξυπηρετούσε όλους τους Αμοργίνους.
Στην ομάδα των κυνηγών της Χώρας που κυνηγούσαν στο Βαρμά, στο Λέλη και στο Ρίχτι προς την Αιγιάλη, συμμετείχε τότε και ο χωροφύλακας Γιάννης Δρακάκης,
ο οποίος σήμερα ζει σχεδόν μόνιμα στην Αμοργό και παρά τα χρόνια του είναι ο δεινότερος ψαροντουφεκάς και χταποδάς στη Νικουριά. Ως καλύτερο όμως κυνηγό, όλοι αναγνώριζαν τον Λούκα Βλαβιανό ο οποίος είχε τη δυνατότητα τότε να διαθέτει το μοναδικό δίκανο όπλο στη Χώρα. Σκυλιά θυμάται πως διατηρούσαν μόνο ο Νικήτας Νομικός και ο Γιάννης Δρακάκης.
Ο καλύτερος όμως τόπος της Αμοργού για πέρδικες ήταν ο επιβλητικός, δύσκολος Σταυρός γιατί είχε κτήματα που καλλιεργούσαν Λαγκαδινοί και Θολαριώτες σιτάρια και φάβα και εκεί βοσκούσαν τα πουλιά. Όντως, όποιος περπατήσει σήμερα στο Σταυρό, ένα μοναδικό σημείο της Αμοργού θα δει ότι παντού υπάρχουν χτιά (ξερολιθιές) και πάμπολλα αλώνια στα οποία πήγαιναν τότε κοπάδια – κοπάδια οι πέρδικες, πάνω από 25 πουλιά το καθένα, να πάρουν το μερτικό τους από τη σοδειά.
Ο Κώστας θυμάται την πρώτη επιτυχία του στο Ρίχτι, το 1949 που είχε πάει με το Βαγγέλη Μανιάτικη και χτύπησαν πέντε πέρδικες. Για να εντυπωσιάσουν το χωριό, οι δυο νέοι κυνηγοί, όταν γύριζαν γέμισαν τον τροβά φύλλα και έβαλαν πάνω - πάνω τις πέρδικες να φαίνονται και πέρασαν από την πλατεία. Όσοι τους είδαν νόμισαν πως όλος ο τροβάς ήταν γεμάτος πουλιά και πολλοί ήταν εκείνοι που πήγαν στο σπίτι να δούνε το αποτέλεσμα και στην κατσαρόλα!
Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία του ήταν στον Άγιο Δημήτριο, όταν μια ημέρα είδε το κεφάλι μιας πέρδικας στον ψηλό τοίχο ενός αλωνιού με κατσούνι (φάβα). Την είδε που σηκώθηκε, τη σημάδεψε και έπεσε. Στο μεταξύ, μετά τον πυροβολισμό, το κοπάδι πέταξε προς την αντικρινή πλαγιά και τουφέκισε πάλι. Όταν πήγε να πάρει το χτυπημένο από την πρώτη τουφεκιά πουλί είδε πως δίπλα της ήταν άλλα τέσσερα! Τι είχε συμβεί; Λόγω της πρωινής θαμπάδας, δεν είδε πως στο αλώνι ήταν συγκεντρωμένες και άλλες πέρδικες. Με την άλλη τουφεκιά είχε χτυπήσει τρεις!
Δεν κυνηγούσε όμως μόνο πέρδικες ο Κώστας Λουλακάκης.
Στα φτερά του Μοναστηριού, οι πανύψηλοι δηλαδή βράχοι πάνω από την Μονή της Χοζοβιώτισσας φώλιαζαν μεγάλα κοπάδια από αγριοπερίστερα τα οποία ξεπερνούσαν τα 300 συνήθως και τα κυνηγούσαν όταν βοσκούσαν στα σχίνα. Η μεγαλύτερη επιτυχία του με αυτό το θήραμα ήταν στις αρχές του ’50 στο καρτέρι, στο καλύβι της Αγίας Άννας με μια πολεμίστρα (θυρίδα) απέναντι από το νερό στο Καραβοστάσι. Πήγαιναν και σε ένα άλλο νερό στην Αγία Άννα, απέναντι από το μεγάλο Βριόκαστρο είχε τρεχούμενο νερό και ξεδιψούσαν τα πουλιά. Εκεί γέμιζε πάντα ένα τροβά περιστέρια. Δεν θυμάται να έφευγαν ποτέ από το καρτέρι με λιγότερα από δέκα – δεκαπέντε πουλιά. Και όταν τα έβρισκαν να βοσκούν στα σχίνα είχαν επίσης επιτυχίες. Με μια τουφεκιά χτυπούσαν τουλάχιστον πέντε!
Η Αμοργός ήταν επίσης ένα από τα ετήσια περάσματα των τρυγονιών και το καλύτερο σημείο για το κυνήγι τους ήταν ο Χλιός Άνεμος, στο μέσο του νησιού, εκεί που αρχίζει να υψώνεται ο Αι Λιας. Την άνοιξη δεν τα χτυπούσαν γιατί ήταν αδύνατα, ενώ το Σεπτέμβρη γέμιζαν και με αυτά τροβάδες. Χτυπούσαν ακόμα ορτύκια, μπεκάτσες, τσαλαπετεινούς. Έρχονταν κατά κύματα και προτιμούσαν τις ελιές στα Κατάπολα και στην Αιγιάλη. Για ορτύκια πήγαιναν τον Σεπτέμβριο στα αμπέλια, δεν τα έπιαναν όμως με δίχτια όπως στη Σαντορίνη. Τον χειμώνα όταν ξεσπούσε κακοκαιρία κυνηγούσαν αγριόπαπιες στα ρέματα, ιδιαίτερα στο ρέμα του Φονιά που κατέβαζε πολύ νερό καθώς και μπεκάτσες και μπεκατσόνια.
Από αρπακτικά ζώα το νησί δεν είχε, είχε μόνο κουνάβια και τα οποία κυνηγούσαν ομάδες κρητικών οι οποίοι πήγαιναν στο νησί για αυτό το λόγο. Δεν τα τουφεκούσαν για να μη χαλάει το δέρμα τους. Γι’ αυτό έσκαβαν το έδαφος, έχωναν ένα μπουρί της σόμπας και έβαζαν στον πάτο του ρέγκες και ψάρια. Όταν έμπαινε το κουνάβι μέσα, γλιστρούσε δεν μπορούσε να βγει. Το δέρμα τους έκανε μια χρυσή λίρα. Τα έγδερναν από το στόμα. Θυμάται μια φορά ο πατέρας του έπιασε ένα κουνάβι σε μια τρύπα με το σακάκι του να μην τον φάει, το τύλιξε και το έφερε στο σπίτι και προσπάθησε να το κάνει κατοικίδιο. Στο τέλος έφυγε.
Είχε και πολλούς λαγούς τότε το νησί αλλά ο Κώστας μόνο μια φορά χτύπησε έναν. Έχει όμως πιάσει όμως κάποτε έναν ζωντανό, όταν είχε πάει μια φορά για πέρδικες. Ήταν επτά το πρωί και όπως ήταν σε ένα ύψωμα, βλέπει τη βέρβουλα του λαγού ακόμα ζεστά. Σε αυτό το χτι, το μοναδικό κλαρί που ήταν ένας μικρός σχίνος τον οποίο μπορούσε με τον σκεπάσει με το σακάκι του. Ο λαγός σκέφτηκε πρέπει να είναι εκεί από κάτω. Πήγε σιγά – σιγά και με το σακάκι σκέπασε το σχίνο και τον έπιασε. Πηγαίνοντας στο χωριό τον είδε ο καθηγητής Αντώνης Πετσετάκης και του είπε αν πουλάει το λαγό. Τον πούλησε 10 δραχμές τότε και με αυτές πήρε μπαρούτι και σκάγια από τον μπακάλη Σταμάτη Μαύρο. Ήταν ακριβό είδος τότε τα πυρομαχικά και τις περισσότερες φορές μπαρούτι, σκάγια και καψούλια,οι κυνηγοί της Χώρας τα έπαιρναν με αυγά που έδιναν στον μπακάλη.
Ο Κώστας Λουλακάκης εκτός της Αμοργού κυνήγησε μια φορά στα Κουφόδεντρα της Σπερχειάδας, με την καραμπίνα του κουνιάδου του Παναγιώτη Παπαδογιάννη και χτύπησε δυο τσίχλες και πριν από 10 χρόνια σταμάτησε να κυνηγά στην Αμοργό.
Την ημέρα που κρέμασε το όπλο, είπε στη γυναίκα του πως πάει να χτυπήσει μια πέρδικα και πρέπει να είναι έτοιμη να τη μαγειρέψει. Ξεκίνησε λοιπόν, πήγε στα Κουδουμέδια, μια τοποθεσία που οι Χωραΐτες πηγαίνουν ακόμα τις μαρτίνες, τις οικόσιτες δηλαδή προβατίνες τους και πριν ακόμα φτάσει στα γκρεμά, χτύπησε μια πέρδικα. Δεν ήθελε άλλη, την πήγε σπίτι και την μαγείρεψε η γυναίκα του Μαρία. Έτσι συμβολικά έκλεισε έξη δεκαετίες κυνηγιού, με την τελευταία πέρδικα στο τραπέζι!


Δημοσιεύτηκε στο ένθετο του "Έθνους",
"Έθνος - Κυνήγι", σελ. 00 - 00, 00/00/2006.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με τον Κώστα Λουλακάκη μιλήσαμε αρκετές ώρες τον Οκτώβριο του 2006 και ανάμεσα στις πολύτιμες για τη ζωή της μεταπολεμικής Αμοργού καταθέσεις του, -πέρα από το κυνήγι και την ομάδα των κυνηγών εκείνης της εποχής- είπε πολλά και για το ψάρεμα και τους ψαράδες, στοιχεία τα οποία θα συμπεριληφθούν σε σχετική δημοσίευση.

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΣΤΟΝ ΑΣΦΟΝΤΥΛΙΤΗ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΡΑΤΑ

ΣΤΟΝ ΑΙ - ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟ

ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ, ΣΤΟ ΑΒΑΤΟ

Η ΧΩΡΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ


Ο γέροντας μιλά με τη στάση του καθώς αγναντεύει τη σιωπή του μεσημεριού στον κεντρικό δρόμο της Χώρας

Πως φαίνεται ένα κυκλαδίτικο νησί το χειμώνα ή καλύτερα πως είδαν τη μοναδική Αμοργό, Έλληνες και ξένοι φωτογράφοι είναι το θέμα μιας έκθεσης φωτογραφίας που εγκαινιάζεται την Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2007, στις 18.00 στο Πνευματικό Κέντρο του Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου Θολαρίων – Αιγιάλης Αμοργού. Η επιλογή της ημέρας των εγκαινίων δεν είναι τυχαία, καθώς συμπίπτει με το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας και όπως είθισται, κάθε χρόνο πολλοί ταξιδεύουν μέχρι εκεί να συμμετάσχουν στον εορτασμό και να ζήσουν το χειμωνιάτικο νησί.
Το γεγονός ότι αυτή η έκθεση διοργανώνεται στις αρχές του χειμώνα ο οποίος πάντα κρύβει τις γνωστές εκπλήξεις που προκαλεί η απομόνωση λόγω των καιρικών συνθηκών, αποτελεί αφενός μεν άσκηση για τους ντόπιους που θέλουν την Αμοργό τους ανοικτή και επισκέψιμη όλο το χρόνο και αφετέρου πρόκληση για τους επισκέπτες που ασκούν η επαγγέλλονται τη φωτογραφική τέχνη για την ανάλογη γνωριμία τους με το νησί. Γιατί η Αμοργός παρουσιάζει το ίδιο, αν όχι περισσότερο ενδιαφέρον από το καλοκαίρι, καθώς φως του χειμώνα έχει μια σπάνια ιδιαιτερότητα και ο ουρανός της μια εντυπωσιακή καθαρότητα, ιδιαίτερα όταν φυσά βοριάς. Το γαλάζιο της γίνεται πιο βαθύ, πιο σκεπτικό και το λευκό αποκτά μια σπάνια εσωτερικότητα καθώς απορροφάται από τις νοτισμένες επιφάνειες των κτισμάτων και ιδιαίτερα του μοναστηριού κάτω από το μεγάλο βράχο.
Σημειώνεται ότι, τη συγκέντρωση των φωτογραφιών και τη διοργάνωση της έκθεσης έχει αναλάβει η φωτογράφος Μάγδα Μιχαηλίδου ενώ την πρωτοβουλία αυτών των χειμερινών εκδηλώσεων στην Αμοργό που έχουν στόχο την προβολή του νησιού είχε η δραστήρια πρόεδρος του Συλλόγου, Ειρήνη Γιαννακοπούλου.
Φωτογραφία: Μπόϊκο Γιορντάνοβ.


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2008, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ Η ΑΜΟΡΓΟΣ

Στην Αμοργό η φλέβα της παράδοσης
δεν έχει σταματήσει να δίνει έμπνευση…


Ασφαλώς, τα τελευταία χρόνια η Αμοργός έπαψε να είναι το απόμακρο νησί που ανέτειλε ως τουριστικός προορισμός τις περασμένες δεκαετίες και έχει εξελιχθεί σε ένα ιδανικό τόπο διακοπών, πολύ διαφορετικό από τα υπόλοιπα κυκλαδονήσια. Στο γεγονός συνέτεινε κυρίως το μοναδικό ύφος του νησιού, το οποίο διατηρεί σε πολλά σημεία του ακέραιο το φυσικό του περιβάλλον, μέσα στο οποίο επιβιώνουν ακόμη μορφές και εκφράσεις ενός σύνθετου, αδιάσπαστου παραδοσιακού τρόπου ζωής. Αγροτική παραγωγή, κτηνοτροφία και αλιεία, λαϊκός πολιτισμός, θρησκευτική πίστη είναι τα στοιχεία τα οποία ελάχιστα έχουν υποχωρήσει απέναντι στα καινούργια πράγματα που επηρεάζουν άλλα νησιά και ανάμεσα δε σε αυτά, έχει διατηρηθεί και εξελιχθεί μια διαφορετική αντίληψη για τον τουρισμό, αντίληψη η οποία έχει προέλθει οπωσδήποτε από τον ειλικρινή διάλογο μεταξύ επισκεπτών και ντόπιων.
Τα ζητήματα αυτά, προσεγγίζει το διεθνές συνέδριο Πολιτισμού και Τουρισμού «Υπέρεια», το οποίο γίνεται κάθε χρόνο την εορταστική εβδομάδα μετά το Πάσχα με πρωτοβουλία της προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Θολαρίων Ειρήνης Γιαννακοπούλου, στο φιλόξενο ξενοδοχείο «Αιγιαλίς» στην παραλία της Αιγιάλης.
Μεγάλος αριθμός συνέδρων είναι αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί, λαογράφοι, περιβαλλοντολόγοι, βοτανολόγοι και ειδικοί στον τουρισμό από τις ανακοινώσεις των οποίων οι δημοσιογράφοι που συμμετέχουν σε αυτό το συνέδριο – θεσμό πλέον για την Αμοργό, αντλούν την πρώτη ύλη για την προβολή της που είναι τελικά και το κύριο ζητούμενο. Να προκαλέσει δηλαδή το ενδιαφέρον μιας ξεχωριστής κατηγορίας επισκεπτών έτσι ώστε να γίνει τουριστικός προορισμός για ολόκληρο το χρόνο, να στηριχθεί έτσι η τοπική κοινωνία και να μείνουν στον τόπο τους οι άνθρωποι για να συνεχίσουν τις παραδοσιακές ασχολίες τους και να βελτιώσουν μέσα από τον τουρισμό τη ζωή τους και την οικονομία τους.


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2008, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».

Η ΚΙΝΑΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ

Στη χάρη του Άι – Γιώργη μύρισε λιβάνι
το ερημοκλήσι στο μέση του μεγάλου πελάγους

Στη μέση του Αιγαίου η μικρή Κίναρος, παραμένει ως ένα από τα πιο δυσπρόσιτα νησιά του Αρχιπελάγους και λόγω αυτής της απομόνωσης έχει διατηρήσει όλα εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία που κάνουν έναν τόπο ξεχωριστό, τόσο για τη φυσιογνωμία του, όσο και για το νησιώτικο φρόνημα των δυο κατοίκων του! Μοναδικοί κάτοικοι της Κινάρου είναι από το 2000, το δυνατό ζευγάρι του Μικέ Κατσοτούρχη και της Ειρήνης Θηραίου των οποίων την πόρτα χτυπάνε, όταν το επιτρέπει ο καιρός, μόνο ο «ταχυδρόμος» καπετάν Κωνσταντής Χάλαρης, οι ψαράδες που βρίσκουν καταφύγιο με τα σκάφη τους στον όρμο Πνιγκός και συχνά πολλοί καπεταναίοι από κότερα.
Αν το δούμε έτσι μπορεί να θεωρήσουμε πως η Κίναρος είναι ένα πολυσύχναστο μέρος, η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική. Όλοι αφού δέσουν τα σκάφη τους, φωνάζουν να μαζέψουν τη Σίβα και τη Φρίντα, δυο μεγάλα άσπρα λυκόσκυλα – χάσκι που έχουν τους λόγους τους να είναι πάντα επιφυλακτικά με όλους, αποβιβάονται, χαιρετούν το ανδρόγυνο που φυλάει το νησί, πίνουν ένα καφέ μαζί τους και σύντομα τους αφήνουν πάλι με τις έγνοιες τους οι οποίες, περισσεύουν…
Έτσι ήταν και την τελευταία Κυριακή του Μάη, όταν με επικεφαλής τον ιερέα των Θολαρίων Ειρηναίο Χρυσοβαλάντη μια ωραία παρέα από την Αιγιάλη επισκέφθηκε το νησί, να λειτουργήσει στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, να κάτσει κατόπιν στο τραπέζι με τον Μικέ και την Ειρήνη και φεύγοντας να ανανεώσει το ραντεβού μαζί τους περί το τέλος του Σεπτέμβρη, τότε που υπολογίζεται θα έχει ολοκληρωθεί και το καμπαναριό για ν’ ακουστεί για πρώτη φορά καμπάνα στην Κίναρο και υπολογίζεται πως θα τους ακολουθήσουν και άλλα καίκια από την Αιγιάλη και την Καλύμνο!


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
05/06/2008, σελ. 76, στήλη «Ανθρώπινα».

ΟΙ ΠΕΡΑΤΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΟΥΡΙΑΣ

Ο Αντώνης είναι ο πιο παλιός, δίπλα του ο Μιχάλης και ο Ρουσέτος. Κάτω ο Κωνσταντίνος με τον μικρό Ραφαήλ Θεολογίτη που αποτελεί μόνιμο πλήρωμα σε όλα τα καίκια

Η αγάπη τους προς το νησί τους, τη μοναδική Αμοργό, ήταν το θεμέλιο που στήριξαν τη συνεργασία των τριων καικιών που κάθε καλοκαίρι εκτελούν εναλλάξ τακτικά δρομολόγια από τη μικρή σκάλα του Αγίου Παύλου προς τις ήσυχες, ωραίες παραλίες της Νικουριάς. Επιπλέον, ο Μιχάλης Βασσάλος με την «Ελευθερία», ο Ρουσσέτος Αρτέμης με τον «Νικόλαο» και Αντώνης Βεκρής και ο γιος του Κωνσταντίνος με τον «Αντώνη», με την ενασχόληση αυτή ενισχύουν σημαντικά τα έσοδά τους και έτσι τους δίνεται η δυνατότητα το χειμώνα να αφιερωθούν ο καθένας δημιουργικά και χωρίς άγχος στις δουλειές τους. Άλλος επιστρέφει στα μεγάλα πλοία, άλλος στις οικοδομές και άλλος στο κοπάδι του κι έτσι, κανένας τους δεν λείπει από την τοπική κοινωνία που τόσο πολύ έχει ανάγκη την παρουσία νέων και ενεργών ανθρώπων τους δύσκολους μήνες του χειμώνα. Σε σχέση λοιπόν με άλλα νησιά που μόλις μυρίσει φθινόπωρο αδειάζουν από νέους ανθρώπους, η Αμοργός χάρη στη στάση των προαναφερόμενων περατάρηδων καθώς και πολλών άλλων νέων που σαν και αυτούς, ασχολούνται το καλοκαίρι με τον τουρισμό και το χειμώνα με τις παραδοσιακές εργασίες, παραμένει ζωντανή. Επί πλέον, όλοι όσοι από τους ντόπιους ασχολούνται με τον τουρισμό, και ομολογουμένως προσφέρουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, δεν βιάζονται να κλείσουν και να γυρίσουν στην πρωτεύουσα, αλλά κρατούν ανοιχτές τις επιχειρήσεις τους μέχρι τα μέσα σχεδόν του Οκτώβρη. Έτσι δίνουν τη δυνατότητα σε όσους δεν έχουν προλάβει να γνωρίσουν την Αμοργό, να την επισκεφθούν και βεβαίως να περάσουν με κάποιο από τα τρία καίκια στη Νικουριά και να γνωρίσουν ένα διαφορετικό νησί.
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2007, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».

ΤΟ ΜΙΚΡΟ "ΜΕΓΑΡΟ" ΣΤΑ ΘΟΛΑΡΙΑ

Είναι κρίμα λένε ντόπιοι και ξένοι που το καλοκαίρι κρατάει τόσο στα Θολάρια και δεν μπορούν να ακούνε τους στίχους του Νικόλα και την ορχήστρα του όλο το χρόνο

Η μουσική ήταν μέσα στην ζωή τους και τα γλέντια ένα απαραίτητο κομμάτι της.
Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, στα ορεινά Θολάρια της Αμοργού όπου πάντα ζούσε ένας παλιότερος που δίδασκε μουσική και ένα τσούρμο ευαίσθητων νεαρών Αιγιαλιτών που μαγεύονταν από τα βιολιά και τα σαντούρια και ήθελαν να τα κρατήσουν κι αυτοί στα χέρια τους και να μιλήσουν με τους ήχους τους, για τη ζωή, τη θάλασσα, τον έρωτα και τον όμορφο τόπο τους.
Ο Νικόλας Θεολογίτης θήτευσε κοντά στο Βαγγελάκι (Βαγγέλης Βεκρής), έναν ιδιαίτερο άνθρωπο που συνδύαζε αρμονικά τα σύνεργα του ψαρά με το λαγούτο και στο Ταρανάκι (Γεώργιο Στεφανίδη) από τη Λαγκάδα που έπαιζε με μοναδικό τρόπο βιολί και λαγούτο. Σεβόμενος πάντα τα καθιερωμένα, ακολούθησε μια άγραφη, τοπική παράδοση και από νωρίς επιχείρησε να γράψει δικούς του στίχους και έτσι καθιερώθηκε και ως ποιητής. Με απλά λόγια, τραγουδά την Αμοργό και τους ανθρώπους της, ενώ δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να σχολιάσει και την παρουσία επωνύμων ξένων και ευειδών γυναικών στα Θολάρια και ιδιαίτερα στην ιστορική ταβέρνα «Πανόραμα». Εκεί κάθε βράδυ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τραγουδά, με συνοδεία τον Μιχάλη Βλαβιανό στο λαγούτο και το γιο του Μιχάλη στο βιολί. Επειδή μάλιστα φρόντισε από νωρίς να εμπνεύσει στα παιδιά του αγάπη προς τη μουσική, πολλές είναι οι φορές που και ο άλλος του ο γιός, ο Βούλης (Παρασκευάς) ανεβαίνει και αυτός στο πάλκο και γίνεται χαμός. Είναι όπως λένε οι φίλοι της Αιγιάλης, το «Πανόραμα» η πιο αληθινή γωνιά της Αμοργού και ο Νικόλας, ο ποιητής που τους τραβάει κοντά του και δεν λογαριάζουν αν πέφτουν συνεχώς θύματα του οίστρου του!

Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2007, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».



Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΝ ΚΑΛΕΙ ΑΚΟΜΑ

Σαράντα χρόνια περνάει στην ηλικία ο καπετάν Παντελής το καίκι του «Άγιος Παντελεήμονας» και το φροντίζει ακόμα σαν παιδί και το καμαρώνει

Ο καπετάν Παντελής Βεκρής πλέει σήμερα στην ένατη δεκαετία της ζωής του και σίγουρα είναι ο μόνος άνθρωπος σε όλο το Αιγαίο, που μπορεί να πει πως τη ζωή του την πέρασε πάνω σε περισσότερα από εννιά, ενενήντα εννιά, ακόμα και εννιακόσια ενενήντα εννιά κύματα! Όντως, ο αειθαλής καπετάνιος είναι ο τελευταίος από τους ανθρώπους που έζησαν και δούλεψαν σε μια θάλασσα που οι περισσότεροι σήμερα αγνοούμε και ο μετρημένος λόγος που αναπτύσσει όταν ξετυλίγει με την εκπληκτική συνέπεια ενός αφηγητή τα περασμένα, καθηλώνει κάθε ακροατή του.
Με τη συνέπεια των παλιών θαλασσινών ο καπετάν Παντελής αποθησαυρίζει τα γεγονότα της θάλασσας που έζησε, σχολιάζει δίκαια για όλους τα πεπραγμένα της παλιάς ναυτοσύνης και μνημονεύει με συγκίνηση τους παλαιότερους από αυτόν καπεταναίους και εργάτες των ελληνικών θαλασσών. Με ιδιαίτερη όμως συγκίνηση αναφέρεται στα χρόνια που μαζί με τον πατέρα του και τα αδέλφια του έκαναν μεταφορές με το «Σοφία Βεκρή», ένα τρεχαντήρι των 70 τόνων που κατασκευάστηκε στον ταρσανά του Γιώργη Βαζαίου στο Ξυλοκερατίδι το 1924 και στόλιζε το λιμάνι των Καταπόλων μέχρι το 1953. Τι και αν έζησε με αυτό το καμάρι των Βεκρήδων και της Αμοργού: ήμερες θάλασσες και φοβερές τρικυμίες, επιτάξεις από τους Ιταλούς κατακτητές, βομβαρδισμούς από τους συμμάχους, ένα σωρό πράγματα και θαλασσινά θαύματα. Όταν μετά τον πόλεμο τέλειωσε η εποχή των μεταφορών και άλλαξαν όλα στις θάλασσες, ο καπετάν Παντελής ξεκίνησε το ψάρεμα με ένα μικρότερο τρεχαντήρι, τον «Άγιο Παντελεήμονα» και με αυτόν ακόμα ασχολείται. Τέλη του Αυγούστου ήταν που τον τράβηξε στη στεριά για επισκευές και τούτες τις ημέρες, είναι κιόλας έτοιμος για να πιάσει άλλη μια φορά το τιμόνι του και να βγει, όπως παλιά καμαρωτός από το λιμάνι των Καταπόλων για ψάρεμα στην ανοιχτή θάλασσα.
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία»,
00/00/2008, σελ. 2, στήλη «Ανθρώπινα».